Σε μια δημοκρατία, ο έλεγχος της εξουσίας και η κοινωνική διεκδίκηση δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως πράξεις πολιτικής αντίδρασης.
Κι όμως, στην Ελλάδα του 2025 και ιδιαίτερα το τελευταίο χρονικό διάστημα πληθαίνουν τα περιστατικά που γεννούν εύλογα ερωτήματα για το αν το κράτος εκδικείται όσους σηκώνουν κεφάλι. Αν, δηλαδή, χρησιμοποιεί τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του όχι μόνο για τη διασφάλιση της νομιμότητας, αλλά και ως μέσο πίεσης απέναντι σε όσους ενοχλούν.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ελέγχων της ΑΑΔΕ στον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών. Έναν σύλλογο που δεν εκπροσωπεί κάποιο οικονομικό συμφέρον, αλλά δημιουργήθηκε από τους ανθρώπους που θρηνούν τα παιδιά που έχασαν στη σιδηροδρομική τραγωδία. Τους γονείς και γενικότερα τους συγγενείς που διεκδικούν την αλήθεια και την απονομή της δικαιοσύνης. Το γεγονός ότι εν μέσω μιας ιδιαίτερα φορτισμένης χρονική συγκυρίας ενεργοποιούνται οι φορολογικοί μηχανισμοί, σημαίνει πολλά και δείχνει περισσότερα. Δεν ενοχλούν οι έλεγχοι, διότι καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται. Εκείνο που παραξενεύει, όμως, είναι το γεγονός ότι αυτοί πραγματοποιούνται τη στιγμή που ο Σύλλογος και η πρόεδρός του, Μαρία Καρυστιανού, αναδεικνύονται σε σημείο αναφοράς στην ελληνική κοινωνία.
Στο ίδιο μοτίβο εντάσσονται και οι έλεγχοι στον Θεσσαλονικιό αγροτοσυνδικαλιστή Ανεστίδη, ο οποίος πρωτοστατεί στις αγροτικές κινητοποιήσεις και ασκεί σκληρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική για τον πρωτογενή τομέα. Και εδώ, η χρονική σύμπτωση δεν περνά απαρατήρητη, αφού οι έλεγχοι ξεκίνησαν μόλις η φωνή του έγινε πιο δυνατή και πιο ενοχλητική. Άλλη μια περίπτωση που επιβεβαιώνει ότι όποιος «σηκώνει κεφάλι» μπαίνει αυτόματα στο μικροσκόπιο.
«Νίπτει τας χείρας της» η κυβέρνηση
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, σπεύδει να δηλώσει ότι οι έλεγχοι δεν είναι εκδικητικοί και πως ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της ΑΑΔΕ. Πρόκειται, όμως, για έναν ισχυρισμό που καταρρέει με θόρυβο όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα. Διότι η ισονομία δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχει νομική αρμοδιότητα, αλλά και από το πότε, σε ποιους και με ποια ένταση ασκείται. Όταν οι έλεγχοι φαίνεται να ενεργοποιούνται επιλεκτικά σε πρόσωπα και συλλογικότητες που ασκούν δημόσια κριτική στην κυβέρνηση ή αποκτούν κοινωνική απήχηση και άρα μπορούν να επηρεάσουν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, τότε η επίκληση της «ουδετερότητας» μοιάζει να είναι κενή περιεχομένου.
Ζήτημα βαθιά πολιτικό
Προφανώς το κράτος έχει το δικαίωμα να ελέγχει όπου του δείχνουν και όπου κρίνει. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να δημιουργεί την εντύπωση ότι τιμωρεί τη διαμαρτυρία, τον πόνο και τη διεκδίκηση. Γιατί όταν οι θεσμοί μετατρέπονται σε εργαλεία εκφοβισμού, το πρόβλημα δεν είναι φορολογικό ή διαδικαστικό. Απεναντίας είναι βαθιά πολιτικό. Και αυτό είναι κάτι που καμία επίσημη διάψευση δεν μπορεί να συγκαλύψει.
![]()
