Η συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στις εκλογικές διαδικασίες αποτελεί πράγματι ένα ζήτημα με βαθιές ιστορικές, κοινωνικές και δημοκρατικές διαστάσεις.
Σε μια περίοδο έντονης διεθνούς αστάθειας και αυξημένης πολιτικής ρευστότητας εντός και εκτός συνόρων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επενδύει συστηματικά στο αφήγημα της πολιτικής σταθερότητας ως «εθνικής αναγκαιότητας». Το επιβεβαίωσε και στη χθεσινή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, πρώτη για το 2026. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αιφνιδιαστική επαναφορά του ζητήματος της ψήφου των αποδήμων, με την πρόταση για δημιουργία Ειδικής Τριεδρικής Περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού και την καθολική εφαρμογή της επιστολικής ψήφου στις επόμενες εθνικές εκλογές. Παρότι η κυβέρνηση παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως υπερκομματική και αυτονόητη εθνική επιλογή, ο πολιτικός χρόνος που επιλέχθηκε και ο αιφνιδιαστικός τρόπος που εισάγεται στο δημόσιο διάλογο δίνουν κάθε δικαίωμα στην αντιπολίτευση να υποστηρίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εργαλειοποιεί τους απόδημους Έλληνες.
Η συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στις εκλογικές διαδικασίες αποτελεί πράγματι ένα ζήτημα με βαθιές ιστορικές, κοινωνικές και δημοκρατικές διαστάσεις. Ωστόσο, αντί να αντιμετωπιστεί μέσα από έναν μακρόπνοο θεσμικό σχεδιασμό, για χάρη του οποίου θα έχει προηγηθεί μια ουσιαστική διαβούλευση, επανέρχεται τώρα, στο κατώφλι ενός άτυπου προεκλογικού κύκλου 450 ημερών, ως μέρος ενός ευρύτερου κυβερνητικού σχεδίου πολιτικής κυριαρχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρωτοβουλία συνδέεται ευθέως με το αφήγημα της «ισχύος» της χώρας και της ανάγκης για σταθερή διακυβέρνηση σε «αχαρτογράφητα νερά».
Ο σχεδιασμός του Μεγάρου Μαξίμου
Η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει τους απόδημους Έλληνες σε πολιτικό πολλαπλασιαστή ισχύος, θεωρώντας –όχι αβάσιμα– ότι πρόκειται για ένα εκλογικό σώμα με χαρακτηριστικά πιο κοντά στον δικό της ιδεολογικό και πολιτικό λόγο. Η δημιουργία ξεχωριστής εκλογικής περιφέρειας, με κοινό ψηφοδέλτιο και δυνατότητα σταυρού προτίμησης, αλλάζει ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της εκπροσώπησης στο κοινοβούλιο, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος για το πώς συνδέεται η ψήφος με την ευρύτερη σχέση των αποδήμων με το ελληνικό κράτος.
Ταυτόχρονα, η επαναφορά των εδρών του ψηφοδελτίου Επικρατείας στις 12 και η διατήρηση του ορίου εισόδου στο 3% «μαρτυρούν» ότι η κυβέρνηση επανασχεδιάζει το εκλογικό πεδίο με τρόπο που την εξυπηρετεί. Επιπρόσθετα η ανάγκη πλειοψηφίας 200 βουλευτών, για να μετατραπεί η πρόταση σε νόμο του κράτους, παρουσιάζεται ως τεστ «εθνικής ευθύνης» για την αντιπολίτευση, δημιουργώντας εκ των προτέρων ένα επικοινωνιακό δίλημμα που θα αξιοποιήσει η κυβέρνηση. Αυτό θα είναι ότι όποιος διαφωνεί, θα εμφανίζεται περίπου ως αρνητής της συμμετοχής του απόδημου Ελληνισμού στην εκλογική διαδικασία.
Έτσι, η επίκληση της συναίνεσης λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός πολιτικής πίεσης παρά ως γνήσια πρόσκληση συνεννόησης. Είναι προφανές ότι μέσα από αυτήν την στρατηγική το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να εγκλωβίσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης σε ένα αφήγημα «ναι ή όχι στην πατρίδα», μετατοπίζοντας τη συζήτηση από την ουσία, που αφορά τους όρους, τις εγγυήσεις και τις συνέπειες της ρύθμισης, στο επίπεδο της επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.
Το πραγματικό διακύβευμα
Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι απόδημοι Έλληνες πρέπει να έχουν φωνή στο ελληνικό κοινοβούλιο, αυτό είναι αυτονόητο, αλλά αν η κυβέρνηση τους αντιμετωπίζει ως ισότιμους πολίτες ή ως εκλογικό «εργαλείο». Γιατί όταν τόσο σημαντικές θεσμικές αλλαγές εισάγονται υπό τη σκιά των επόμενων εθνικών εκλογών, το ενδεχόμενο πολιτικής εργαλειοποίησης καθίσταται όχι απλώς πιθανό, αλλά σχεδόν προφανές. Και αυτό, μακροπρόθεσμα, υπονομεύει τόσο την ποιότητα της δημοκρατίας όσο και την ίδια τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και τους πολίτες του, εντός και εκτός συνόρων
![]()

