Πώς η Ζωή Κωνσταντοπούλου παγιδεύει και ακυρώνει τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Πώς η Ζωή Κωνσταντοπούλου παγιδεύει και ακυρώνει τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης

Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας επιχειρεί να καλύψει το πολιτικό κενό που βλέπει να υπάρχει μέσα από στοχευμένες κινήσεις υψηλού συμβολισμού.

Η πρόσφατη δήλωση της Ζωής Κωνσταντοπούλου ότι προτίθεται να αναλάβει πρωτοβουλία για να «ρίξει» την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη πριν εκείνος προκηρύξει εκλογές δεν συνιστά μια ακόμη αιχμηρή αντιπολιτευτική τοποθέτηση. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια δομημένη πολιτική στρατηγική, με βασικό στόχο όχι να πλήξει την κυβέρνηση αυτή καθαυτή, αλλά να επαναπροσδιορίσει τις ισορροπίες μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Πολύ απλά τα «παγιδεύει» και τα ακυρώνει.

Βιώνοντας μια εποχή κατά την οποία η κεντροαριστερά δυσκολεύεται να αρθρώσει ενιαίο λόγο και πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας επιχειρεί να καλύψει το πολιτικό κενό που βλέπει να υπάρχει μέσα από στοχευμένες κινήσεις υψηλού συμβολισμού. Η πρωτοβουλία που εξήγγειλε και λογικά θα «μεταφραστεί» σε πρόταση μομφής, ανεξαρτήτως της θεσμικής της βάσης ή της ρεαλιστικής δυνατότητας υλοποίησής της, λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο πολιτικής πίεσης στο ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι ως συγκροτημένη πρόταση ανατροπής του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Στην πραγματικότητα προσπαθεί να εγκλωβίσει τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης σε ένα ασφυκτικό δίλημμα. Είτε θα συνταχθούν πίσω από τη δική της πρωτοβουλία, έχοντας έτσι την πρωτοκαθεδρία των κινήσεων, είτε θα εμφανιστούν στη δημόσια σφαίρα ως άτολμα, ανεπαρκή και ανέτοιμα να αναμετρηθούν με την κυβέρνηση. Με αυτόν τον τρόπο η Ζωή Κωνσταντοπούλου επιχειρεί να «καπελώσει» πολιτικά τον αντιπολιτευτικό χώρο, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως τη μοναδική πολιτική δύναμη που ασκεί «πραγματική» και «σκληρή» αντιπολίτευση.

Πρωτοβουλία με επικοινωνιακή σκοπιμότητα

Πρόκειται για μια στρατηγική που έχει ξεκάθαρη επικοινωνιακή σκοπιμότητα, δεδομένου ότι η ανατροπή μιας κυβέρνησης προϋποθέτει αριθμούς, συμμαχίες, προγραμματικές συγκλίσεις και ένα σαφές σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Όταν αυτά απουσιάζουν, η επίκληση της «ρήξης» και της ανατροπής λειτουργεί μονάχα ως πολιτικό εργαλείο αυτοπροβολής. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη στάση υπονομεύει τη δυνατότητα συγκρότησης μιας σοβαρής και αξιόπιστης αντιπολίτευσης. Αντί να ενισχύει τη συλλογική πολιτική παρουσία των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων στη Βουλή, καλλιεργεί έναν ανταγωνισμό εντυπώσεων, όπου ο πιο θορυβώδης πρέπει να εμφανίζεται στη συνείδηση του  ως ο πιο μαχητικός. Μόνο που με αυτόν τον τρόπο ο πολιτικός διάλογος μετατοπίζεται από την ουσία των προτάσεων στην ένταση των δηλώσεων και στη μάχη της ατάκας, με αποτέλεσμα η πολιτική να απαξιώνεται περαιτέρω στα μάτια της κοινωνίας. Κατ’ επέκταση με αυτόν τον τρόπο πλήττεται συνολικά η ποιότητα της δημοκρατίας, καθώς ενισχύεται η λογική της πολιτικής υπεραπλούστευσης και εις βάρος της σοβαρής προγραμματικής συζήτησης.

«Μάχη» για την ηγεμονία της αντιπολίτευσης

Τελικά, η πρωτοβουλία της Ζωής Κωνσταντοπούλου αναδεικνύει μια βαθύτερη πολιτική επιδίωξη που δεν είναι άλλη από την απόπειρα πολιτικής ηγεμονίας στον χώρο της αντιπολίτευσης μέσω του καπελώματος και της απαξίωσης των υπολοίπων κομμάτων. Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν αφορά μόνο τη στάση της ίδιας, αλλά κυρίως το αν τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα επιλέξουν να εγκλωβιστούν σε αυτό το παιχνίδι ή αν θα αρθρώσουν έναν αυτόνομο, σοβαρό και θεσμικά υπεύθυνο πολιτικό λόγο, αντάξιο των απαιτήσεων της συγκυρίας και των προσδοκιών της κοινωνίας.

Loading

Play