Το beef Κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ για χάρη του Βενιζέλου και της Συνταγματικής αναθεώρησης
ΦΩΤΟ ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//EUROKINISDSI

Το beef Κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ για χάρη του Βενιζέλου και της Συνταγματικής αναθεώρησης

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση άναψε ξανά τα πολιτικά… αίματα, με αφορμή το άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου και την έντονη απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη.

Πίσω από τη θεσμική αντιπαράθεση για το άρθρο 86 και τις ευθύνες των υπουργών, διαφαίνεται ένα πολιτικό «beef» ανάμεσα στην Κυβέρνηση και το ΠΑΣΟΚ, με τη μεταξύ τους αντιπαράθεση να μην αφορά μονάχα νομικές ερμηνείες, αλλά και την σκοπιμότητα για την πολιτική ηγεμονία στον χώρο του Κέντρου.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος ως μια ιστορική ευκαιρία θεσμικού εκσυγχρονισμού. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της, η αναθεώρηση θέτει επιτέλους ζητήματα που το πολιτικό σύστημα απέφυγε να θίξει για δεκαετίες όπως η αντιμετώπιση των υπουργών από την δικαιοσύνη, η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, η δημοσιονομική πειθαρχία και η αναβάθμιση των θεσμικών μηχανισμών. Ειδικά για το άρθρο 86, συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη τονίζουν ότι το σημερινό πλαίσιο αποτελεί προϊόν της αναθεώρησης του 2001 στην οποία πρωταγωνίστησε ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Υπενθυμίζουν δε ότι η προσθήκη της έννοιας «αμελλητί», της προκαταρκτικής διαδικασίας και της αποσβεστικής προθεσμίας δημιούργησαν στρεβλώσεις που περιόρισαν την πλήρη διερεύνηση ευθυνών.

Στο ίδιο μήκος κύματος, κυβερνητικά στελέχη υπενθυμίζουν ότι ήδη από το 2006 ο σημερινός πρωθυπουργός είχε ήδη αναλάβει πρωτοβουλία υπέρ της αλλαγής του επίμαχου άρθρου 86. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που στόχο έχει να αποδομήσει την κριτική περί «συνταγματικού λαϊκισμού» και να παρουσιάσει την κυβερνητική πρωτοβουλία ως μια συνεπή θεσμική στάση και όχι ως συγκυριακή πολιτική επιλογή.

Η οπτική του ΠΑΣΟΚ

Από την άλλη πλευρά το ΠΑΣΟΚ εκφράζει επιφυλάξεις τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τον πολιτικό χρόνο της αναθεώρησης. Υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει μια κορυφαία θεσμική διαδικασία σε εργαλείο πολιτικής πίεσης, θέτοντας διλήμματα τύπου «ναι ή όχι» χωρίς ουσιαστικό διάλογο για τις επιμέρους διατάξεις. Παράλληλα, στη Χαριλάου Τρικούπη διατυπώνουν την ανησυχία ότι οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί χρησιμοποιούνται για να επιβληθεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αλλαγών που μπορεί να επηρεάσει κρίσιμες ισορροπίες.

Η «ουσία» της αντιπαράθεσης

Το ενδιαφέρον αυτής της αντιπαράθεσης είναι ότι και οι δύο πλευρές επικαλούνται τη θεσμική συνέχεια και την ανάγκη εκσυγχρονισμού του καταστατικού χάρτη της χώρας. Η κυβέρνηση προβάλλει τη συνεργασία Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ σε προηγούμενες αναθεωρήσεις ως παράδειγμα υπευθυνότητας και καλεί τη Χαριλάου Τρικούπη σε νέα σύμπλευση, τονίζοντας ότι οι σημερινές κοινοβουλευτικές ισορροπίες, με τα δυο κόμματα μαζί να μετρούν περισσότερες από 180 ψήφους, αποτελούν μοναδική ευκαιρία για μεγάλες αλλαγές. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, επιχειρεί να διαχωρίσει τη θεσμική αναθεώρηση από την κυβερνητική ατζέντα, επιμένοντας ότι η διαδικασία δεν μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική «μονομαχία» με ονομαστικές αναφορές και ιστορικούς καταλογισμούς.

Η πραγματικότητα είναι ότι η σύγκρουση δεν αφορά μόνο το άρθρο 86 ή την προσωπική αντιπαράθεση με τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη πολιτική μάχη για το ποιο κόμμα εκφράζει τη μεταρρυθμιστική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, ποιο εγγυάται τη θεσμική ισορροπία και ποιο καθορίζει την κατεύθυνση της επόμενης συνταγματικής εποχής.

Καθώς η διαδικασία θα προχωρήσει το επόμενο διάστημα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα αλλάξουν συγκεκριμένα άρθρα, αλλά αν το πολιτικό σύστημα θα καταφέρει να μετατρέψει μια κορυφαία θεσμική ευκαιρία σε πεδίο ουσιαστικής συναίνεσης ή αν θα εγκλωβιστεί σε έναν ακόμη κύκλο σκληρής κομματικής αντιπαράθεσης. Διότι στο τέλος, πέρα από το «beef» και τις πολιτικές αιχμές, η ιστορία θα καταγράψει ποιοι συνέβαλαν στην υλοποίηση μιας σοβαρής και ουσιαστικής αναθεώρησης και ποιοι επέλεξαν να επενδύσουν κυρίως στην πολιτική σύγκρουση.

Loading

Play