Σε μια εποχή που οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να σταθούν ανταγωνιστικά απέναντι σε διεθνείς προκλήσεις, η πρόσβαση σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία δεν αποτελεί απλώς ευκαιρία – αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης και ανάπτυξης.
Ειδικά για τον κλάδο των τροφίμων και ποτών, έναν από τους πλέον εξωστρεφείς και εξαγωγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας, τα κοινοτικά προγράμματα μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός για επενδύσεις, καινοτομία, τεχνολογική αναβάθμιση και πράσινη μετάβαση. Όμως, η πρόσβαση σε αυτά τα εργαλεία προϋποθέτει καλή προετοιμασία, γνώση των απαιτήσεων και στρατηγική προσέγγιση, επισημαίνει σε ενημερωτικό της σημείωμα η εταιρεία συμβούλων Anodos Consulting με αφορμή την συμμετοχή της στην FoodExpo.
Οι ευκαιρίες: Τι προσφέρουν τα κοινοτικά προγράμματα
Το βασικό πλεονέκτημα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων για τις επιχειρήσεις του κλάδου, επισημαίνει η Anodos, έγκειται στη δυνατότητα επιχορήγησης ή/και παροχής φοροαπαλλαγών που ενισχύουν άμεσα τις επενδύσεις. Μέσα από στοχευμένες δράσεις, οι επιχειρήσεις μπορούν να υποστηρίξουν τον εκσυγχρονισμό των υποδομών τους, την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγικής τους διαδικασίας, τη διείσδυση σε νέες αγορές και την πιστοποίηση των προϊόντων τους.
Μεταξύ των πλέον κρίσιμων προγραμμάτων για το 2025 περιλαμβάνεται ο Αναπτυξιακός Νόμος 4887/22 με ειδική δράση για την Αγροδιατροφή, αλλά και οι παρεμβάσεις του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης, όπως η Π3-73-2.9 για θερμοκήπια και στέγαστρα φυτικής παραγωγής, και η Π3-73-2.3 για τη μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων. Παράλληλα, για μικρότερες επιχειρήσεις λειτουργούν εξειδικευμένα εργαλεία, όπως τα προγράμματα Leader, που προσανατολίζονται στην περιφερειακή ανάπτυξη και την ενίσχυση μικρών παραγωγικών μονάδων.
Οι προκλήσεις: γραφειοκρατία, καθυστερήσεις και κεφάλαια
Η ένταξη, ωστόσο, σε ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν είναι ούτε απλή ούτε αυτονόητη. Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών έρχονται αντιμέτωπες με χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης και υλοποίησης, σύνθετες γραφειοκρατικές απαιτήσεις, καθώς και την ανάγκη εξασφάλισης κεφαλαίου κίνησης για να στηρίξουν το επενδυτικό τους πλάνο μέχρι την εκταμίευση της ενίσχυσης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην πλήρη και σωστή αδειοδότηση των δραστηριοτήτων, καθώς αποτελεί βασική προϋπόθεση επιλεξιμότητας. Οι επιχειρήσεις καλούνται να διαθέτουν κερδοφορία στα δύο προηγούμενα έτη, να μπορούν να τεκμηριώσουν ίδια συμμετοχή, και να έχουν ώριμο επενδυτικό σχέδιο.
Εμπόδια που μπορούν να ξεπεραστούν
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που παρατηρούνται σύμφωνα με την εταιρεία, είναι η άρνηση ορισμένων επιχειρήσεων να εμφανίσουν κερδοφορία για φορολογικούς λόγους. Αυτό όμως τις καθιστά αυτόματα μη επιλέξιμες. Σε άλλες περιπτώσεις, ενώ υπάρχουν πιστοποιήσεις, δεν εφαρμόζονται πλήρως τα πρότυπα ποιότητας στην πράξη, ή υπάρχουν ελλείψεις και ασυνέπειες στη νομιμότητα των δραστηριοτήτων. Αυτές οι τεχνικές αδυναμίες, σε συνδυασμό με την παθογένεια της ελληνικής γραφειοκρατίας, δημιουργούν ένα τοξικό μείγμα που αποθαρρύνει ακόμη και τις φιλόδοξες προσπάθειες. Το κλειδί για την υπέρβαση αυτών των εμποδίων είναι η οργάνωση και ορθός σχεδιασμός. Με τη σωστή καθοδήγηση, μια επιχείρηση μπορεί να οργανώσει τα εσωτερικά της δεδομένα, να διαμορφώσει μια συνεκτική επενδυτική πρόταση και να κινηθεί μεθοδικά προς την ένταξή της σε ένα πρόγραμμα.
Τάσεις και νέες κατευθύνσεις
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της εποχής είναι η μετατόπιση των χρηματοδοτικών προτεραιοτήτων προς τη βιωσιμότητα. Τα περισσότερα νέα προγράμματα περιλαμβάνουν επιλέξιμες δαπάνες για έργα πράσινης μετάβασης – όπως εξοικονόμηση ενέργειας, αξιοποίηση ΑΠΕ ή αντικατάσταση εξοπλισμού με χαμηλότερο ενεργειακό αποτύπωμα. Στο ίδιο πλαίσιο, παρατηρείται ότι συμβατικά επαγγελματικά οχήματα δεν χρηματοδοτούνται πλέον, ενώ ηλεκτρικά οχήματα κρίνονται επιλέξιμα τόσο από τα κοινοτικά προγράμματα όσο και από τις τράπεζες.
Τέλος, η καινοτομία, όπως επισημαίνεται, αποτελεί πλέον δομικό συστατικό της αναπτυξιακής στρατηγικής. Μέσα από τα προγράμματα Ερευνώ – Καινοτομώ, οι επιχειρήσεις μπορούν να ενισχύσουν ερευνητικές και τεχνολογικές δραστηριότητες, να εισάγουν νέα προϊόντα και διαδικασίες, και να διασφαλίσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην αγορά.
Συμπερασματικά, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δεν είναι εύκολη υπόθεση – αλλά είναι μια διαδικασία που αξίζει. Με στοχευμένο σχεδιασμό, διαφάνεια, επενδυτική ωριμότητα και στρατηγική προσέγγιση, οι επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών μπορούν να αξιοποιήσουν στο έπακρο τα διαθέσιμα εργαλεία και να ενισχύσουν τον ρόλο τους στην εγχώρια και διεθνή αγορά.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ