Νικήτας Αργύρης / Οι επιχειρήσεις ξοδεύουν ό,τι βγάζουν για να μην τους τα φάει το κράτος

του Νικήτα Αργύρη

Οι επιχειρήσεις ξοδεύουν ό,τι βγάζουν για να μην τους τα φάει το κράτος.

«Αν σκίστηκε ο καναπές στο σαλόνι του γραφείου μου και για εξοικονόμηση βάλω απλώς ένα μπάλωμα των 100 ευρώ, τότε θα πληρώσω 3.000 ευρώ για φόρο εισοδήματος και ΕΦΚΑ. Αντιθέτως, αν δώσω 3.000 ευρώ για να αγοράσω ένα καινούριο σαλόνι, θα τα γλιτώσω από την εφορία και ίσως πάρω και λεφτά πίσω».

Με το σκεπτικό αυτό, χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες και επιχειρήσεις επιλέγουν να κάνουν περισσότερες παραγωγικές δαπάνες, αντί να τις στερήσουν από την επιχείρησή τους και να δώσουν τα λεφτά αυτά στο κράτος. Αυτού του είδους την «απλή αριθμητική» που κάνουν οι επαγγελματίες δεν την έκανε φαίνεται η κυβέρνηση όταν υπολόγιζε σε ποια εισοδήματα θα επιβάλλει νέους φόρους. Γι’ αυτό και έπεσε ήδη έξω στις προβλέψεις της για εισπράξεις άμεσων φόρων του 2017 και για τις επιστροφές φόρων που αναγκάζεται να δώσει στους φορολογούμενους.

Με τα νέα δεδομένα, ειδικά στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, συμφέρει πολλαπλά να δαπανήσουν τα μισά από όσα βγάζουν από την επιχείρησή τους, γιατί αλλιώς θα τους τα φάει το Δημόσιο! Αυτό οδήγησε, σύμφωνα με πληροφορίες, τη συντριπτική πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών (πάνω από 80%) να εμφανίσουν κέρδη 10.000-20.000 ευρώ. Οι «πλούσιοι» πάνω από τα εισοδήματα αυτά ουσιαστικά εξαφανίστηκαν! Και αυτό επειδή για πρώτη χρονιά φέτος, μετά από συνεχείς στερήσεις και εξοικονομήσεις στα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων, διαπιστώνουν ότι συμφέρει να ξοδεύουν περισσότερα για την επιχείρησή τους.

Αντιθέτως, με τις αλλαγές στους φόρους και τις εισφορές που ψηφίστηκαν τα τελευταία δύο χρόνια, δεν κερδίζουν αλλά χάνουν όσοι συγκρατούν τις δαπάνες που κάνουν για την επιχείρησή τους προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους!

Το λάθος πληρώνεται…

Στο υπουργείο Οικονομικών ομολογούν ότι «με τις νέες κρατήσεις (έως και 80% του εισοδήματος για φόρους και ΕΦΚΑ) δώσαμε ένα επιπλέον κίνητρο για φοροδιαφυγή». Με την παραδοχή αυτή, κορυφαίος αξιωματούχος του οικονομικού επιτελείου μετέθετε στον Νόμο Κατρούγκαλου και στους «φοροφυγάδες» την ευθύνη για την τρύπα στις εισπράξεις φόρων. Αυτή είναι, όμως, η μία μόνο πλευρά του νομίσματος, που αποσιωπά ότι έδωσαν και το νόμιμο κίνητρο στους ελεύθερους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις να κάνουν περισσότερες δαπάνες για να μην τους πάρει στο τέλος το κράτος το 70%-80% απ’ όσα βγάζουν.

Χθεσινή απόφαση του Συμβουλίου επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική την υπαγωγή των ελεύθερων επαγγελματιών στον ΕΦΚΑ. Αναμένουμε να δούμε το σκεπτικό της απόφασης.

Αν και βολική για την κυβέρνηση η εξήγηση περί «φοροδιαφυγής», δεν μπορεί να συγκαλύψει ότι η υπερφορολόγηση τιμωρεί την αποταμίευση και δίνει ισχυρότατο κίνητρο για περισσότερες δαπάνες.

Έστω ότι το 2016-2017 ένας επαγγελματίας με ιδιωτικό γραφείο έβγαζε 2.000 ευρώ τον μήνα. Εισπράττει δηλαδή αμοιβές 24.000 ευρώ ετησίως και επιπλέον 5.760 ευρώ για ΦΠΑ που πρέπει να αποδώσει στο Δημόσιο.

Α’ σενάριο:

Μηδέν δαπάνες, φόροι και εισφορές €20.800

Για ένα τέτοιο εισόδημα, το 2016 ο επαγγελματίας πλήρωσε για ασφαλιστικές εισφορές 6.630 ευρώ. Αφαιρουμένων των εισφορών, αν ο φορολογούμενος ήθελε να κάνει οικονομίες και να μην προβεί σε απολύτως καμία επαγγελματική δαπάνη, πλήρωσε για καθαρό φορολογητέο εισόδημα 17.370 ευρώ και φόρο εισοδήματος 3.820 ευρώ.

Έδωσε, όμως, επιπλέον και 3.820 ευρώ σαν προκαταβολή φόρου για την επόμενη χρονιά, 120 ευρώ για Εισφορά Αλληλεγγύης και 650 ευρώ Τέλος Επιτηδεύματος. Κατέβαλε δηλαδή 15.040 ευρώ συνολικά, ενώ θα αποδώσει στην Εφορία και τα 5.760 ευρώ για τον ΦΠΑ που εισέπραξε.

Έτσι, σε έναν χρόνο θα έχει πληρώσει 20.800 από τα 24.000 που βγάζει ή τα 29.760 ευρώ που έβαλε συνολικά στο ταμείο του. Τι θα του έχει απομείνει; Μόλις 8.960 ευρώ καθαρά τον χρόνο για να ζήσει.

Β’ σενάριο:

Δαπάνες 12.000, φόροι και εισφορές €9.200

Εάν, όμως, ο φορολογούμενος το 2017 αλλάξει στάση και αποφασίσει ότι αξίζει φορολογικά και επιχειρηματικά, αντί να εισπράττει 20.800 ευρώ το χρόνο το Δημόσιο από την εργασία του, να κάνει πιο εύκολη και παραγωγική τη δουλειά του και τη ζωή του, τότε μπορεί να δαπανήσει π.χ. 12.400 ευρώ (10.000 ευρώ + 24% ΦΠΑ) για να ανακαινίσει το γραφείο του, να αποκτήσει για παράδειγμα ένα καινούριο σαλόνι και έναν πολύ ακριβό ηλεκτρονικό υπολογιστή ή ό,τι άλλο είχε στερήσει από την επιχείρησή του στα χρόνια της κρίσης.

Τότε θα φορολογηθεί για κέρδη 7.370 ευρώ (έσοδα 24.000 ευρώ μείον δαπάνη 10.000 και εισφορές 6.630 ευρώ του 2016). Για το εισόδημα αυτό το Δημόσιο θα εισπράξει μόνον 2.000 ευρώ για εισφορές στον ΕΦΚΑ, μόλις 1.620 ευρώ για φόρο εισοδήματος (22% για καθαρά κέρδη 7.370 ευρώ του 2017, έναντι 17.370 ευρώ το 2016), άλλα 1.620 σαν προκαταβολή φόρου για το 2018, 650 ευρώ Τέλος Επιτηδεύματος και 3.360 ευρώ ΦΠΑ (5.760 ευρώ μείον 2.400 ευρώ για ΦΠΑ δαπανών που εκπίπτουν).

Στην περίπτωση δηλαδή που το 2017 θα έχει δαπανήσει 12.400 ευρώ, το Δημόσιο θα του πάρει τελικά 9.250 και όχι 20.800 ευρώ όπως συνέβη για τα εισοδήματα του 2016. Θα έχει κερδίσει 11.550 ευρώ, τα οποία, αν συνέχιζε να στερείται ό,τι χρειαζόταν και δεν δαπανούσε 12.400 ευρώ για την επιχείρησή του, θα τα έδινε σε Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.

Επιπλέον, όμως, θα δει και μια γενναία επιστροφή φόρου της τάξεως των 2.200 ευρώ (επειδή προκατέβαλε 3.820 ευρώ φόρο το 2016 για 1.620 ευρώ φόρο του 2017).

Η αγορά προσαρμόζεται

Ποιο ήταν το μάθημα της υπερφορολόγησης για τον φορολογούμενο και το πάθημα για το κράτος;

Ότι ξοδεύοντας χρήματα, αντί να κάνει οικονομίες και να διαφυλάττει τα κέρδη του, από τα 29.760 που συνολικά εισέπραξε ο φορολογούμενος, στα κρατικά ταμεία θα μπουν μόνον τα 9.250 ευρώ.

Εξωθώντας τον να δαπανήσει για αγορές ένα ποσό π.χ. 12.400 ευρώ, το φορολογικό σύστημα τον αναγκάζει να ζήσει με μόλις 8.100 αντί 8.960 ευρώ την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο ο επαγγελματίας έχει ρίξει χρήμα για το μέλλον της επιχείρησής του (όπως θα αναγκαζόταν να κάνει κάποια στιγμή αργά ή γρήγορα), ενώ έχει σαν έξτρα και επιστροφή φόρου 2.200 ευρώ από την Εφορία!

Το ίδιο ισχύει, είτε σε μεγαλύτερο είτε σε μικρότερο βαθμό, για όλους σχεδόν τους επαγγελματίες, αναλόγως του ύψους των εσόδων τους. Για πολύ μεγάλους τζίρους, άνω των 40.000 ευρώ, κάθε ευρώ δαπάνης αξίζει πολλαπλάσια, αλλά και με πολύ μικρά έσοδα, π.χ. 6.000 ευρώ τον χρόνο, κάθε ευρώ δαπάνης μειώνει κατά μισό ευρώ τις πληρωμές προς την Εφορία -όχι στον ΕΦΚΑ-, με την απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως να καλύπτονται τα τεκμήρια από το συνολικό δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα.

*Ο Νικήτας Αργύρης είναι Οικονομολόγος Φοροτεχνικός Α’ τάξης και Δικαστικός Πραγματογνώμονας