Η προανακριτική επιτροπή, με απόφαση που ελήφθη κατά πλειοψηφία, εισηγείται την παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της πλειοψηφίας, ο πρώην υφυπουργός θα πρέπει να δικαστεί για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, το αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί από την εισαγγελική έρευνα «κρίνεται απολύτως επαρκές» για την άσκηση δίωξης.
«Ήδη έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση από την Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας και εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 43/2024 Εισαγγελική Διάταξη, η οποία αρχειοθέτησε την μηνυτήρια αναφορά για σειρά μη πολιτικών προσώπων και διαβιβάζοντας τον φάκελο στη Βουλή για τον ελεγχόμενο υφυπουργό και στη συνέχεια η υπ’ αριθμ. 69/2024 Εισαγγελική Διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας άσκησε ποινική δίωξη σε τέσσερα (4) φυσικά πρόσωπα», τονίζει στην πορισματική της θέση η Νέα Δημοκρατία και προσθέτει: «το συγκεντρωθέν αποδεικτικό υλικό, που αναφέρθηκε στην παρούσα, κρίνεται ως απολύτως επαρκές υλικό προκειμένου να καταλήξει η επιτροπή, αξιολογώντας το, ότι συντρέχουν οι όροι που απαιτεί ο νόμος στη παρούσα φάση για να προταθεί στην Ολομέλεια η άσκηση της ποινικής δίωξης και δεν καθίσταται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κ. Τριαντόπουλου για παροχή διευκρινήσεων, δεδομένου ότι ήδη εκλήθη σε παροχή εξηγήσεων, κλήση στην οποία και ανταποκρίθηκε».
Η προανακριτική θα συνεδριάσει για τελευταία φορά τη Δευτέρα 7 Απριλίου στις 10 το πρωί.

ΠAΣOΚ: Το Σύνταγμα δεν αφήνει περιθώριο επιλογής, αλλά επιβάλλει συγκεκριμένες διαδικασίες
Στο κείμενο της γνώμης των βουλευτών του ΠαΣοΚ – μελών της προανακριτικής επιτροπής Μ. Αποστολάκη, Ε. Λιακούλη και Γ. Μουλκιώτη, σύμφωνα με πληροφορίες, επισημαίνεται για την παράκαμψη της συνταγματικής διαδικασίας ότι «με αποκλειστική ευθύνη της κυβερνητικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας, η Προανακριτική Επιτροπή δεν διεξήγαγε την σύμφωνη με το Σύνταγμα και το νόμο προδικασία, δεν άσκησε τα εισαγγελικά της καθήκοντα, δεν διερεύνησε την υπόθεση ουσιαστικά, δεν εξέτασε μάρτυρες και, εν τέλει, δεν ολοκλήρωσε τη διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης».
Σημειώνεται πως «η μεθόδευση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να ολοκληρωθούν οι εργασίες της Επιτροπής, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική έρευνα των ενδεχόμενων τελεσθέντων αδικημάτων, συνιστά συνειδητή επιλογή πολιτικής σκοπιμότητας, συγκάλυψης, αλλά και κατάφωρης παραβίασης και καταστρατήγησης του ίδιου του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής».
Επισημαίνεται πως «η μεθόδευση αυτή έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να δύναται να ασκηθεί τυπική δίωξη μόνο για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος χωρίς τη δυνατότητα επέκτασης σε άλλα, ενδεχομένως βαρύτερα, αδικήματα που τυχόν έχουν τελεστεί από τον κ. Χρήστο Τριαντόπουλο ή άλλα πολιτικά πρόσωπα».
Τονίζεται πως «το Σύνταγμα, όπως ισχύει σήμερα, δεν αφήνει περιθώριο επιλογής, αλλά επιβάλλει συγκεκριμένες διαδικασίες, χωρίς να δίνει στον Υπουργό τη δυνατότητα να καθορίζει ο ίδιος τα στάδια διερεύνησης των ευθυνών του, όπως επιχείρησε να πράξει μέσω της επιστολής του ο κ. Τριαντόπουλος. Οι κατοχυρωμένες αρμοδιότητες της προανακριτικής επιτροπής, όπως η διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης, αποτελούν τόσο δικονομική όσο και ουσιαστική προϋπόθεση για τη σύνταξη ενός αιτιολογημένου πορίσματος, όπως προβλέπεται από τον νόμο. Πόσο μάλλον, δεδομένου ότι είχαν προκύψει νέα στοιχεία, μεταγενέστερα τόσο της δικογραφίας που σχηματίστηκε ενώπιον της Εισαγγελίας Εφετών Λάρισας όσο και της πρότασης του ΠαΣοΚ για τη σύσταση της Επιτροπής. Μεταξύ άλλων, αναφερόμαστε στο πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ το οποίο επιβεβαιώνει την αλλοίωση του τόπου της τραγωδίας τις κατά τις πρώτες ημέρες μετά το δυστύχημα και την απώλεια κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων αλλά και στο ηλεκτρονικό μήνυμα (email) του κ. Τριαντόπουλου προς άλλα κυβερνητικά στελέχη».
Σημειώνεται πως «αν η κυβερνητική πλειοψηφία θεωρεί ότι ο κ. Τριαντόπουλος δεν φέρει καμία ποινική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις του και, παρ’ όλα αυτά, αποφασίσει την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του, τότε πέρα από την προφανή παραδοξότητα και αντίφαση της απόφασης, εγείρεται και το σοβαρό ενδεχόμενο τα μέλη της Επιτροπής που προέρχονται από την κυβερνητική πλειοψηφία να διαπράττουν το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας».
Για την επίμαχη σύσκεψη της 3ης Μαρτίου 2023, επισημαίνεται στην γνώμη του ΠΑΣΟΚ ότι «από τα δεδομένα της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι η «άτυπη συνάντηση» της 3ης Μαρτίου 2023, με παρουσία του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ Χρ. Τριαντόπουλου, όσο και κλιμακίου κυβερνητικών παραγόντων, δύο μέρες μετά την τραγωδία, αποτελεί το εναρκτήριο γεγονός της αθέμιτης επέμβασης στον χώρο του δυστυχήματος και αλλοίωσής του. Ως πρόσχημα και μόνο για την παράνομη αυτή επέμβαση χρησιμοποιήθηκε η ανάγκη αποκατάστασης της κυκλοφορίας των τρένων, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε για περίπου ένα μήνα ακόμα (στις 29.3.2023) και ανεξάρτητα από την αλλοίωση του χώρου, η οποία είχε ολοκληρωθεί εντός ολίγων ωρών, την 4.3.2023, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Σε βάρος των λοιπών συμμετεχόντων στην εν λόγω «σύσκεψη» παραγγέλθηκε η άσκηση ποινικής δίωξης από την Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, πλην του κ. Τριαντόπουλου, για τον οποίο η Εισαγγελέας στερούνταν σχετικής αρμοδιότητας ενόψει του άρθρου 86 Σ. και για τον λόγο αυτό κλήθηκε να επιληφθεί το Κοινοβούλιο».
Στο κείμενο της γνώμης των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, τέλος, προτείνεται:
-Να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του πρώην Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ κ. Χρήστου Τριαντόπουλου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 3.3.2023 και 6.3.2023.
-Να συνεχιστεί από τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές η κατά Νόμο διερεύνηση τυχόν άλλων αξιόποινων πράξεων που έχουν τελεστεί από τον κ. Χρήστο Τριαντόπουλο ή από άλλα πολιτικά ή μη πρόσωπα.