Η πρόσφατη ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας της Ελλάδας χαρακτηρίζεται ως σημαντικό ορόσημο από τον επικεφαλής οικονομολόγο του Κέντρου Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας (WCC) του IMD, Χρήστο Καμπόλη. Επισημαίνει ότι αυτή η εξέλιξη πιθανώς θα βελτιώσει τη θέση της χώρας σε τομείς όπως η πιστοληπτική αξιολόγησή της και η εμπιστοσύνη των επενδυτών. «Από την άλλη πλευρά, τα σκληρά δεδομένα τείνουν να υστερούν. Μπορεί λοιπόν να μην δούμε άμεσο άλμα, αλλά αν αυξηθούν οι εισροές επενδύσεων και ενισχυθεί το επιχειρηματικό κλίμα, αυτό θα αποτυπωθεί σε τομείς που σχετίζονται με τις οικονομικές επιδόσεις και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης», σημειώνει ο κ. Καμπόλης, ο οποίος θα συμμετάσχει στο 10ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, που φέτος συμπληρώνει 10 χρόνια παρουσίας και θα διεξαχθεί στις 9-12 Απριλίου 2025.
Μετά το 2009-2010, η Ελλάδα αντιμετώπισε παρατεταμένη οικονομική κρίση, που ακολουθήθηκε από την αναταραχή της πανδημίας της Covid-19 το 2020. Η παρατεταμένη κρίση από το 2010 έως την πανδημία δίδαξε στην Ελλάδα ένα μάθημα-κλειδί: η δημοσιονομική σταθεροποίηση πρέπει να συμβαδίζει με θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Στις πολύ αποτελεσματικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν περιλαμβάνονταν ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους, οι στοχευμένες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, ιδίως στον τομέα του τουρισμού. Λιγότερο αποτελεσματικές ήταν οι μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, όπου η γραφειοκρατία παραμένει υψηλή και η επιβολή των συμβάσεων εξακολουθεί να αποθαρρύνει τις επενδύσεις, εκτιμά ο κ. Καμπόλης.
Διανύουμε εποχή μεγάλων αναταραχών και γεωπολιτικών κινδύνων. Κατά τον κ. Καμπόλη, σε περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας οι χώρες δοκιμάζονται ως προς την ικανότητά τους να προσαρμόζονται και να εξελίσσονται. Η Ελλάδα διαθέτει στρατηγικά πλεονεκτήματα που μπορούν να χρησιμεύσουν ως θεμέλιο για ένα πιο ανθεκτικό και ανταγωνιστικό μέλλον.
«Ο τομέας του τουρισμού είναι ένα τέτοιο πλεονέκτημα. Παραμένει δυναμικός και διαθέτει ικανότητα για μετασχηματισμό, μέσω της προσφοράς υπηρεσιών υψηλότερης αξίας, όπως ο ιατρικός, ο οικολογικός και ο πολιτιστικός τουρισμός», σημειώνει. «Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να πάσχει από διαρθρωτικές αδυναμίες και κατατάσσεται χαμηλά στους δείκτες που σχετίζονται με τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και την καινοτομία», προσθέτει.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να μειώσει την εξάρτησή της από τον τουρισμό, αλλά να την εξελίξει, με στρατηγικές επενδύσεις σε τομείς όπως η βιοτεχνολογία και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη θέση της στην ψηφιακή ετοιμότητα, αλλά η έκταση της ψηφιακής κατάρτισης παραμένει κατακερματισμένη και απαιτεί εκσυγχρονισμό, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της εξελισσόμενης αγοράς εργασίας.
Η ισχυρή αξιολόγηση της Ελλάδας οφείλεται στις στέρεες επιδόσεις της στην επιστημονική και τεχνική απασχόληση, ωστόσο, η καινοτομία απαιτεί ισχυρές συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την προώθηση της εμπορικής αξιοποίησης της έρευνας.
Η διασφάλιση της απασχόλησης απαιτεί επενδύσεις στη συνεργασία ανθρώπου-ΤΝ μέσω της αναβάθμισης των δεξιοτήτων και της συνεχούς κατάρτισης.
Η ελληνική οικονομία δεν παράγει αυτή τη στιγμή αρκετά ψηφιακά καταρτισμένα ταλέντα για να καλύψει τις ανάγκες της ταχέως εξελισσόμενης αγοράς εργασίας, γεγονός που απαιτεί σημαντικές δράσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Η εμπορική πολιτική του Τραμπ θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάταξη των ΗΠΑ στην παγκόσμια επετηρίδα ανταγωνιστικότητας του IMD, εάν ενισχύσει την αβεβαιότητα και τις εντάσεις στην παγκόσμια οικονομία.
*Τη φωτογραφία παραχώρησε το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ