Οι υπερκολοσσοί, το μονοπώλιο και η αγορά σπόρων

Του Θόδωρου Παπαδόπουλου

Οι 3 υπερκολοσσοί, το μονοπώλιο και η αγορά σπόρων! Εξαγορές δισεκατομμυρίων δολαρίων, αντιδράσεις, και μία έρευνα της Κομισιόν που αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.

Οι εξελίξεις στον τομέα της αγροτικής βιομηχανίας είναι ραγδαίες τους τελευταίους μήνες, καθώς  το 70% των αγροχημικών και το 60% των εμπορικών σπόρων παγκοσμίως θα ελέγχεται πλέον από 3 υπερκολοσσούς.

Το Σεπτέμβριο του 1996 ανακοινώθηκε μία συμφωνία «τέρας». Η γερμανική Bayer θα αγόραζε τον αμερικανικό αγροχημικό κολοσσό Monsanto έναντι του αστρονομικού ποσού των 66 δισ. δολαρίων. Η είδηση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις παγκοσμίως από περιβαλλοντικές οργανώσεις και όχι μόνο. Από τη συγχώνευση θα προέκυπτε ο μεγαλύτερος ίσως κολοσσός παγκοσμίως στον τομέα της αγροτικής βιομηχανίας. Τα μερίδια της αγοράς που θα κατείχε εξωπραγματικά. Σύμφωνα με τις πρώτες πρόχειρες εκτιμήσεις θα ήλεγχε το 25% της παγκόσμιας αγοράς σπόρων και το 24% της αγοράς φυτοφαρμάκων. Μόνο το 2015 οι ετήσιες πωλήσεις τους ανήλθαν σε 25 δισ. δολάρια.

Η Bayer αποτελεί τη 10η μεγαλύτερη παραγωγό χημικών προϊόντων παγκοσμίως και τη 2η  σε παραγωγή φυτοφαρμάκων και ζιζανιοκτόνων. Η Monsanto είναι ο μεγαλύτερος κατασκευαστής σπόρων παγκοσμίως. Στην Ευρώπη ελέγχει το 24% των σπόρων λαχανικών ενώ παράλληλα κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά  γενετικά τροποποιημένων σπόρων.  Παράλληλα, είναι η πέμπτη μεγαλύτερη παραγωγός παγκοσμίως σε φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα. Ιδρύθηκε το 1901 και έκτοτε έχει απασχολήσει ουκ ολίγες φορές όχι μόνο τα φώτα της δημοσιότητας αλλά και τη Δικαιοσύνη. Στο μακρύ κατάλογο των προϊόντων της περιλαμβάνονται προϊόντα που θεωρούνται επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία, ενώ έχουν χρησιμοποιηθεί από τον αμερικανικό στρατό και σε πολεμικές επιχειρήσεις. Μεταξύ αυτών το PCB (πυραλένιο), ή  για παράδειγμα το ζιζανιοκτόνο Agent Orange, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ, με θύματα ακόμη και αμερικανούς στρατιώτες.

Έρευνα της Κομισιόν

Τον Αύγουστο του 2017 και ενώ απέμεναν λίγοι μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί και τυπικά το deal, συνέβη κάτι που κανείς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να φανταστεί.  Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ανταγωνισμού ξεκίνησε έρευνα για τη σχεδιαζόμενη εξαγορά εκφράζοντας έντονες επιφυλάξεις για τις συνέπειες της συμφωνίας. Σύμφωνα με την Κομισιόν, η ολοκλήρωση της συναλλαγής θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της μεγαλύτερης εταιρείας στον κλάδο των σπόρων και των παρασιτοκτόνων, αφήνοντας μικρό μερίδιο αγοράς στις ανταγωνίστριες εταιρείες. Στην Κομισιόν εκφράζονταν ανοιχτά σοβαρές ανησυχίες από το «γάμο» των δύο κολοσσών. Κίνδυνος αύξησης των τιμών, μείωση της παρεχόμενης ποιότητας και περιορισμός της καινοτομίας, ήταν μόνο μερικές από τις επιφυλάξεις που εξέφραζαν αξιωματούχοι.

Προκειμένου να αμβλυνθούν οι ανησυχίες των εποπτικών αρχών η Bayer κατέθεσε μία σειρά δεσμεύσεων προκειμένου να αμβλύνει τις ανησυχίες των εποπτικών αρχών. Πριν από μερικές εβδομάδες το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters μετέδωσε ότι επρόκειτο να υπάρξει προειδοποίηση προς τις δύο εταιρείες  ότι η προγραμματισμένη εξαγορά της αμερικάνικης Monsanto μπορεί να πλήξει τον ανταγωνισμό. Μεταξύ της Κομισιόν και στελεχών των εταιρειών φέρεται να υπήρξε μάλιστα και σειρά επαφών προκειμένου να επιλυθούν τα όποια ζητήματα.

Οι δύο συγχωνεύσεις και τα μερίδια αγοράς

Η συγκεκριμένη συγχώνευση όμως δεν ήταν και η μοναδική. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ακόμη δύο συγχωνεύσεις. Η μία ήταν  μεταξύ των αμερικάνικων εταιρειών Dow Chemicals και DuPont.   Οι δύο εταιρείες συγκέντρωσαν το 2015, το ένα τέταρτο των παγκόσμιων πωλήσεων στην αγορά των αγροχημικών και σπόρων, με ένα ποσό που ξεπέρασε τα 18 δισ. δολάρια. Μάλιστα η DuPont είναι η 2η μεγαλύτερη παραγωγός σπόρων παγκοσμίως, ενώ η Dow  Chemicals  5η. Μάλιστα οι δύο εταιρείες έχουν επενδύσει σε τεχνολογίες επεξεργασίας γονιδίων για τη δημιουργία γενετικά μεταλλαγμένων σπόρων. Με το να ενωθούν απλά κυριαρχούν στην αγορά αυτή. Οι δύο εταιρείες έχουν συγκεντρώσει αρνητικά τα φώτα της δημοσιότητας κατά το παρελθόν. Η Dow επειδή ήταν μια από τις κατασκευάστριες εταιρείες των βομβών ναπάλμ, που χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο του Βιετνάμ, τις οποίες συνέχισε να παράγει μέχρι το 1969. Η DuPont έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν για ατμοσφαιρική ρύπανση, ενώ ήταν μια από τις παραγωγούς των σπρέι αεροζόλ, που πλήττουν το όζον.

Η τρίτη συγχώνευση ήταν μεταξύ του κινέζικου κολοσσού ChemChina και της ελβετικής Syngenta έναντι 42 δισεκατομμυρίων ευρώ, το Φεβρουάριο του 2016. Η  ChemChina είναι η μεγαλύτερη εταιρεία στην Κίνα στην παραγωγή χημικών και 7η μεγαλύτερη εταιρεία παγκοσμίως στην παραγωγή αγροχημικών. Η Syngenta είναι 1η παγκοσμίως στην παρασκευή φυτοφαρμάκων και 3η  στη δημιουργία σπόρων. Το 2015 οι δύο εταιρείες αποκόμισαν 15 δισ. δολάρια από πωλήσεις αγροχημικών και σπόρων.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στην αγορά των αγροχημικών αλλά και περιβαλλοντικών οργανώσεων οι τρεις κολοσσοί, θα ελέγχουν το 70% των αγροχημικών και το 60% των εμπορικών σπόρων παγκοσμίως. Πρόκειται για μία τεράστια συγκέντρωσης δύναμης με πολλαπλή επιρροή σε κυβερνήσεις, αγρότες και καταναλωτές. Οι ενέργειες της Κομισιόν αναμένονται πάντως με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς εάν η εξαγορά ευοδωθεί αλλάζει ριζικά το χάρτη της παγκόσμιας αγοράς σπόρων και αγροχημικών.