Ο Τραμπ ανοίγει μέτωπο με την Ε.Ε. – Παγώνουν δισεκατομμύρια σε επενδύσεις
Πηγή: aa.com.tr

Ο Τραμπ ανοίγει μέτωπο με την Ε.Ε. – Παγώνουν δισεκατομμύρια σε επενδύσεις

Η «ημέρα απελευθέρωσης» που σηματοδότησε την αρχή ενός παγκόσμιου οικονομικού πολέμου, αναμένεται να έχει βαρύτατες συνέπειες διεθνώς

Οι δασμοί που έχει επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ τα τελευταία δύο εικοσιτετράωρα σε ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χάρτη, παραμένουν ακόμη σε ένα στάδιο ασάφειας, με τη διαδικασία να βρίσκεται στα αρχικά της βήματα. Πέρα από κάποιες πρώτες τοποθετήσεις ηγετών από διάφορες χώρες, δεν έχουν υπάρξει μέχρι στιγμής ξεκάθαρες και συγκεκριμένες απαντήσεις προς την Ουάσιγκτον — τουλάχιστον όχι από τις χώρες που πλήττονται περισσότερο από αυτά τα μέτρα.

Οι χθεσινές δηλώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν έφεραν κάτι καινούριο· απλώς επανέλαβαν την πάγια θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διατυπώνεται εδώ και σχεδόν τρεις μήνες, ως απάντηση στις επαναλαμβανόμενες απειλές του Αμερικανού Προέδρου. Το μήνυμα «θα απαντήσουμε αλλά είμαστε ανοιχτοί στο διάλογο» παραμένει σταθερό. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επιβεβαίωσε ξανά αυτή τη στάση, περιμένοντας να διαμορφωθεί μια ενιαία και συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση.

Αυτή τη φορά, η Ευρώπη, παρά τις γνωστές αδυναμίες και τις χρόνιες παθογένειές της, φάνηκε να αντιλαμβάνεται εγκαίρως τη σοβαρότητα της κατάστασης. Από την άλλη πλευρά, και ο ίδιος ο Τραμπ δεν φρόντισε να αποκρύψει τις προθέσεις του. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ετοιμάζονται πλέον να ανακοινώσουν τις δικές τους απαντήσεις, έχοντας πλέον καλύτερη εικόνα για το πώς να διαχειριστούν την κατάσταση με τον Λευκό Οίκο. Το σχέδιο της ΕΕ για αντίποινα με δασμούς πιθανόν να ξεκινήσει συγκρατημένα, διατηρώντας εφεδρείες για ενδεχόμενη κλιμάκωση, όπως άλλωστε έχει κάνει και ο Τραμπ από τη δική του πλευρά. Δεν αναμένεται η ΕΕ να επιστρατεύσει άμεσα όλα τα διαθέσιμα μέτρα που έχει στο οπλοστάσιό της.

Πέρα όμως από τη συλλογική ευρωπαϊκή στάση, ο Τραμπ και οι ΗΠΑ του νέου δόγματος θα βρεθούν αντιμέτωποι και με μονομερείς ενέργειες κρατών-μελών. Ήδη, η Γαλλία και η Ισπανία έχουν κάνει σαφές ότι προτίθενται να προβούν σε ξεχωριστές πρωτοβουλίες με στόχο να διαφυλάξουν όχι μόνο τις εγχώριες οικονομίες τους, αλλά και τις κρίσιμες εμπορικές σχέσεις τους — τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με τον υπόλοιπο κόσμο. Στη Γαλλία, στο προεδρικό μέγαρο, ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται σε συνεχείς διαβουλεύσεις το τελευταίο 24ωρο με τους αρμόδιους για την οικονομία, αλλά και με εκπροσώπους από τους αγροτικούς και εμπορικούς κλάδους. Ο Γάλλος Πρόεδρος φαίνεται αποφασισμένος να δώσει μία από τις πιο ηχηρές και άμεσες απαντήσεις.

Πηγές από το περιβάλλον του Μακρόν αναφέρουν ότι ο ίδιος επικοινώνησε προσωπικά με δύο κορυφαίους Γάλλους επενδυτές που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ, ζητώντας τους να «παγώσουν» επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ που είχαν προγραμματίσει για μετά το τέλος του 2024. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι επενδυτές συμφώνησαν με το αίτημα του Προέδρου και δήλωσαν πρόθυμοι να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με την κυβέρνηση. Σε παρόμοιο κλίμα κινείται και η Ισπανία, με τον Πέδρο Σάντσεθ να καλεί τις μεγάλες ισπανικές επιχειρήσεις να επανεξετάσουν όλα τα επενδυτικά τους σχέδια στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, δεν έχουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες την ίδια προσέγγιση. Ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία και ενδεχομένως και η Ιταλία, φαίνεται να επιλέγουν μια στάση ευθυγράμμισης με τις κινήσεις της Ουάσιγκτον.

Η «ημέρα απελευθέρωσης» που σηματοδότησε την αρχή ενός παγκόσμιου οικονομικού πολέμου, αναμένεται να έχει βαρύτατες συνέπειες διεθνώς. Το πραγματικό πρόβλημα με τις ΗΠΑ δεν είναι μόνο η πολιτική απομάκρυνσης από τους παραδοσιακούς συμμάχους τους —μια στάση που δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους διαχρονικούς τους αντιπάλους— αλλά και οι πιθανές ριζικές ανατροπές στις σχέσεις που οικοδομήθηκαν επί δεκαετίες. Η επιλογή της απομόνωσης δεν αποτελεί πρωτοτυπία του Τραμπ· πρόκειται για μια πολιτική που είχε δοκιμαστεί στο παρελθόν και εγκαταλείφθηκε ακριβώς επειδή απέτυχε. Η επιστροφή σε ένα τέτοιο αποτυχημένο μοντέλο θα έχει μεγάλο κόστος — κυρίως για εκείνον που θα την εφαρμόσει. Όπως σημειώνουν και αρκετοί Αμερικανοί οικονομολόγοι αλλά και Ρεπουμπλικάνοι Γερουσιαστές, το ρίσκο είναι τεράστιο, ενώ τα ενδεχόμενα κέρδη παραμένουν θολά και αβέβαια.

Loading

Play