Όταν ο Γιόχαν Στράους αφιέρωσε σε Έλληνα το δημοφιλέστερο βαλς του κόσμου

Της Τόνιας Α. Μανιατέα

Φέτος κλείνουν 154 χρόνια από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε στο κοινό το βαλς, που έμελλε να αποτελέσει από μόνο του ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην παγκόσμια ιστορία κλασικής μουσικής. Το περίφημο έργο του Ρίχαρντ Στράους «Πάνω στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη», όπως είναι η ακριβής μετάφραση του τίτλου «An der schönen blauen Donau», τη σύνθεση που λίγο πολύ όλοι έχουν σιγοψιθυρίσει και πιθανότατα χορέψει σε κάποια κοινωνική εκδήλωση. Είναι το βαλς, με το οποίο κλείνει πάντα την καθιερωμένη πρωτοχρονιάτικη εμφάνισή της η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης. Η μελωδία που καθιέρωσε τον Στράους τον νεώτερο σε «βασιλιά του βαλς». Αλλά είναι και το έργο που συχνά συγχέεται με «Τα κύματα του Δουνάβεως», αδικώντας κατάφορα έναν άλλο, επίσης θαυμάσιο μουσικό. Επειδή αυτά τα «κύματα» (“ Valurile Dunarii”) είναι μία διαφορετική σύνθεση, επίσης ιδιαίτερα γνωστή και αγαπητή, που φέρει την υπογραφή του Ρουμάνου Ιωσήφ Ιβάνοβιτς.

Γενικώς, ο μακρύς Δούναβης -με τους πάμπολλους παραποτάμους- που διασχίζει ή αγγίζει τα σύνορα δέκα χωρών, έχει εμπνεύσει πλήθος υπηρετών της τέχνης, είτε μουσικής, είτε ζωγραφικής, είτε λογοτεχνίας. Ο Δούναβης του Στράους, όμως, έχει και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαδρομή στην οποία εμπλέκεται με καθοριστικό ρόλο ένας Έλληνας!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΑΓΩΔΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΤΊΝΑΞΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ…

Η Αυστρία διάγει το δεύτερο μισό του 19ου αι. Από τη μία, ο αυστροπρωσικός πόλεμος, ή αλλιώς πόλεμος των επτά εβδομάδων, που έχει αναδείξει νικήτρια την Πρωσία, κρατάει καταρρακωμένο το ηθικό των Αυστριακών και από την άλλη, η εξάντληση από την επιδημία χολέρας έχει στεγνώσει την ελπίδα για ζωή στις ψυχές τους. Το 1865, ο Στράους δέχεται αρχικά μία πρόσκληση από την Ένωση Χορωδιών Ανδρών της Βιέννης (πρόκειται για τον πρόδρομο του συλλόγου φίλων μουσικής της Βιέννης -“ Wiener Gesellschaft der Musikfreunde”), να παραστεί και να συμμετάσχει στην καθιερωμένη θερινή μουσική εκδήλωσή της, με ένα δικό του χορωδιακό έργο. Ωστόσο, εκείνη την περίοδο είναι απασχολημένος με τη διοργάνωση συναυλιών για κάποιο φεστιβάλ κοντά στην Αγία Πετρούπολη και του είναι αδύνατο να δημιουργήσει για χάρη της Ένωσης, πολλώ δε μάλλον να παραστεί. Αλλά το αίτημα προέρχεται από έναν φορέα, που έχει ιδρύσει ο φίλος του, Νικόλαος Δούμπας, και δεν θέλει να το απορρίψει. Έτσι, αρνείται ευγενικά το κάλεσμα για εκείνη τη συγκεκριμένη συμμετοχή, αλλά υπόσχεται να στείλει μία σύνθεσή του στην αντίστοιχη διοργάνωση της επόμενης χρονιάς. Όμως, το 1866 η Αυστρία ηττάται από την Πρωσία στον πόλεμο των επτά εβδομάδων. Η ήττα και ταυτόχρονα μια σαρωτική επιδημία χολέρας που έχει αποδεκατίσει σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, ρίχνουν το ηθικό των Αυστριακών στα τάρταρα… Η συγκυρία λειτουργεί υπέρ του Στράους όχι μόνον χρονικά, καθώς εκείνη τη χρονιά της ήττας οι μουσικές εκδηλώσεις δεν πραγματοποιούνται, αλλά κυρίως, ως έμπνευση. Ο συνθέτης θέλει να στείλει κάτι αισιόδοξο, δυνατό και επιβλητικό για να ανεβάσει το ηθικό των συμπατριωτών του. Η μελωδία του φθάνει στον προορισμό της τον επόμενο χρόνο. Είναι ένα βαλς, που ο Στράους έχει επιλέξει να «ντύσει» με λόγια εμπνευσμένα από ένα ποίημα του σπουδαίου Ούγγρου λογοτέχνη Karl Isidor Beck, όπου στο ημιστίχιο κάθε στροφής επαναλαμβάνεται η φράση «στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη».

(«Ωραία μου, κυρία, που υποδέχεστε του πόνους του κόσμου / Εσείς που αναπαύεστε στην αξιοπρέπεια και την αιώνια νεότητα / Το ίδιο το θεμέλιο της ψυχής μας βρίσκεται στις όχθες του Δούναβη / Στις όχθες του όμορφου γαλάζιου Δούναβη / Ω, ακούμε ένα νέο τραγούδι από το αηδόνι / που κινείται στις όχθες του Δούναβη / του όμορφου γαλάζιου Δούναβη» ).

Αλλά φαίνεται πως ο Στράους, πνιγμένος στις διαρκείς υποχρεώσεις, έχει πιάσει… δουλειά λίγες μόνο μέρες πριν την αποστολή της μελωδίας του στην Ένωση των Χορωδιών. Για την ακρίβεια, η πρόχειρη παρτιτούρα και οι ελαφρώς μουτζουρωμένοι στίχοι που στέλνονται στον διευθυντή της Ένωσης, Rudolf Weinwurm, συνοδεύονται από ένα σημείωμά του, με το οποίο ζητεί συγγνώμη για την… τσαπατσουλιά και δικαιολογείται πως δεν τον έπαιρνε ο χρόνος για επιμελέστερη δουλειά. Σύμφωνα μάλιστα με το Βιεννέζικο Ινστιτούτο Έρευνας για τον Στράους (Wiener Institut für Strauss-Forschung), από τα πέντε κομμάτια για πιάνο, που αποτελούν το τελικό έργο, μόνο το πέμπτο φέρεται να έχει γραφτεί από το χέρι του ίδιου του Στράους. Τα άλλα τέσσερα γράφτηκαν από τον Weinwurm. Όσο για τον στίχους, η αναφορά «στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη» ακούγεται κάπως εξωπραγματική για την Αυστρία, καθώς σ΄ εκείνο το κομμάτι της διαδρομής του το ποτάμι μόνο γαλάζιο και όμορφο δεν είναι… Έτσι, για την… «επικαιροποίηση» του πράγματος, μέλος της χορωδίας αναλαμβάνει να προσθέσει στους στίχους και ολίγον «πνεύμα» σατιρίζοντας τη δεινή οικονομική κατάσταση του τόπου μετά την ντροπιαστική έκβαση του πολέμου:

«Βιεννέζοι, ευτυχείτε! -Ωχ, γιατί? -Κοιτάξτε γύρω! -Ρωτώ γιατί; -Μια λάμψη φωτός! -Δεν βλέπουμε τίποτα ακόμα -Μα, το καρναβάλι είναι εδώ! -Α, ώστε έτσι! -Λοιπόν, αψηφήστε τον χρόνο! -Ω θεέ μου, τον χρόνο! -Τη θλίψη -Αχ, αυτό θα ήταν έξυπνο! Σε τι χρησιμεύει η θλίψη; Στο πένθος -Γι αυτό να είστε χαρούμενοι και λαμπεροί! Τιμήστε τον νόμο του καρναβαλιού. Δεν έχει σημασία πόσο άσχημα είναι τα οικονομικά. Ας χορέψουμε!»

Η ανταπόκριση του κοινού στο χορωδιακό αυτό έργο του Στράους είναι από χλιαρή έως αδιάφορη. Η πρεμιέρα δίνεται στο «Dianabadsaal» της Βιέννης, στις 15 Φεβρουαρίου του 1867. Οι θεατές μισούν τα λόγια. Ζητούν ένα και μόνο «encore». «Ο διάολος πήρε και σήκωσε τη σύνθεσή μου…» δηλώνει αμέσως μετά ο Στράους και αποφασίζει να ξαναδουλέψει το έργο του. Αυτή τη φορά, με επιμέλεια, προσοχή και κυρίως, χωρίς στίχους.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΕΛΛΗΝΑ ΤΟ ΠΙΟ ΔΙΑΣΗΜΟ ΒΑΛΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

«Ο κόσμος είναι η Ελλάδα που διαστέλλεται. Η Ελλάδα είναι ο κόσμος που συστέλλεται» έγραψε ο Ουγκώ. Και πώς να μην το πιστέψει κανείς, όταν σηκώνει μια πέτρα και βρίσκει από κάτω έναν Έλληνα! Έτσι βρέθηκε η οικογένεια Δούμπα κάτω από έναν ογκόλιθο. Γιατί το όνομα υπήρξε πολύ μεγαλύτερο από όσο θα μπορούσε να κρύψει μια πέτρα…

Ας πάρουμε το πράγμα από την αρχή…

Απογοητευμένος και ταπεινωμένος από τη χλιαρή ανταπόκριση του Δούναβή του στο βιενέζικο κοινό, ο Στράους καταφεύγει στο εξοχικό του φίλου του, Νικόλαου Δούμπα, στο Tattendorf της Κάτω Αυστρίας. Ο Δούμπας είναι ο μαικήνας της Βιέννης. Αίμα ελληνικό, δευτερότοκος γιος του Κοζανίτη Στέργιου Δούμπα, ο οποίος το 1794, εξαιτίας των τουρκαλβανικών διωγμών κατέφυγε πρώτα στις Σέρρες κι έπειτα, ακολουθώντας τα μεγάλα καραβάνια των βλαχόφωνων της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, κατέληξε το 1815 στη Βιέννη της τότε Αυστροουγγαρίας για να εργαστεί στην εμπορική επιχείρηση του κατοπινού πεθερού του, Μιχαήλ Κούρτη. Στη Βιέννη γεννιέται το 1830 ο Νικόλαος και από τότε που καταλαβαίνει τον εαυτό του, παρά την πλούσια επιχειρηματική δραστηριότητά του, ορκίζεται… υποταγή στις τέχνες, έχοντας ο ίδιος επιλέξει για χόμπι τη ζωγραφική και τη μουσική. Κάποιοι θα πουν ότι εργάζεται για τις τέχνες, πλουτίζει για τις τέχνες και εντέλει ζει για τις τέχνες. Η διαδρομή του ως πολύτιμου χορηγού είναι ταυτόσημη με του Γεωργίου Σίνα, επίσης μεγάλου Έλληνα ευεργέτη της Αυστρίας, ο οποίος ωστόσο επιδίδεται σε δωρεές για την κατασκευή έργων υποδομής, όπως ο σιδηρόδρομος της Βιέννης και η γέφυρα μεταξύ Βούδας και Πέστης. Ο Δούμπας, πάντως, δεν παραλείπει να δηλώνει περήφανος για την καταγωγή του. Στην είσοδο της πολυτελούς κατοικίας του στην περιφερειακή λεωφόρο της Βιέννης καλωσορίζει τους διάσημους καλεσμένους του, λάβαρο όπου αναγράφεται η ελληνική λέξη «ΧΑΙΡΕ».

Στην πορεία του βίου του ο Νικόλαος Δούμπας, χρίζεται «βαρόνος» για την προσφορά του (οι κακές γλώσσες λένε ότι ο τίτλος ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο, καθώς πάντα βρισκόταν απέναντι από τις εκάστοτε εξουσίες…), κάνει σημαντικές δωρεές, με κυριότερες την ανέγερση του Μεγάρου Μουσικής της Βιέννης (Musikverein-Μουσική Εταιρεία), την Ακαδημία Καλών Τεχνών, την Ομοσπονδία Εικαστικών Τεχνών και το σημερινό Μουσείο Εφαρμοσμένης Τέχνης. Επιπλέον, τα πιο φημισμένα αξιοθέατα της αυστριακής πρωτεύουσας, εκείνα των Μπετόβεν, Μπραμς, Σούμπερτ, Μότσαρτ, στήνονται με χορηγίες δικές του. Το όνομά του φέρουν σήμερα, πάρκα, δρόμοι και πλατείες.

Ανάμεσα στους καρδιακούς φίλους του Έλληνα μαικήνα, λοιπόν, είναι ο Σούμπερτ, ο Μπραμς, ο ζωγράφος Κλιμτ και ο Στράους. Αυτός ο τελευταίος καταφεύγει στο εξοχικό του Δούμπα στο Tattendorf αναζητώντας ησυχία για να συγκεντρώσει τη σκέψη του. Είχε ποντάρει πολλά στο βαλς που απέτυχε. Αισθάνεται ότι απογοήτευσε τον Έλληνα φίλο του, που εκείνη την περίοδο είναι πρόεδρος της Ένωσης Χορωδιών. «Ήθελα αυτό το βαλς να γίνει επιτυχία» εξομολογείται ο Γιόχαν στον αδελφό του, Γιόζεφ, επίσης μουσικό, και προσθέτει με πείσμα: «Ως το καλοκαίρι, θα το έχω κάνει ύμνο!». Είναι Μάρτιος, λίγες μόνο μέρες μετά την αποτυχία στην εκδήλωση της Ένωσης Χορωδιών. Ο Στράους πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά και σε λιγότερο από μήνα συνθέτει τον γαλάζιο του Δούναβη σε όλο το εύρος της επιβλητικότητάς του. Αλλά αυτή τη φορά μόνο για ορχήστρα. Από την αρχική εκδοχή της σύνθεσης κρατά μόνον τον τίτλο: «Πάνω στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη». Στην ορχηστρική του βερσιόν το έργο παρουσιάζεται το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού, με θέμα «Επιστήμη και Τέχνη». Η επιτυχία δεν περιγράφεται με λόγια. Βέβαια, και ο Δούμπας έχει βάλει το χεράκι του… Με την επιρροή του στους κύκλους του εμπορίου και της τέχνης, πετυχαίνει να ενταχθεί την τελευταία στιγμή η παρουσίαση του Δούναβη στο πρόγραμμα της έκθεσης. Με μία δυνατή ώθηση από δημοσίευμα της “ Figaro” στρέφει στη σύνθεση του Στράους την προσοχή ντόπιων και ξένων επισκεπτών της έκθεσης. Ο όμορφος γαλάζιος Δούναβης εκτοξεύεται… Στην κορυφή της παρτιτούρας του, ο Στράους σημειώνει με καλλιγραφικά γράμματα: “ Dem Präsidenten, Herrn Nikolaos Doumpas, gewidmet” – «Αφιερωμένο στον Πρόεδρο, κύριο Νικόλαο Δούμπα».

Έως ότου βγει η χρονιά, ο εκδότης των έργων του Στράους παίρνει τόσες παραγγελίες για παρτιτούρες της συγκεκριμένης σύνθεσης από ορχήστρες ανά τον κόσμο, ώστε αναγκάζεται να φτιάξει περί τις 100 μεταλλικές μακέτες, προκειμένου να ανταποκριθεί στις χιλιάδες απαιτήσεις και να εκτυπώσει εκατομμύρια αντίτυπα!

Λέγεται πως όταν η θετή κόρη του Στράους, Έλις φον Μάιστζνερ – Στράους, συνάντησε τον Μπραμς σε κάποια κοινωνική εκδήλωση και του ζήτησε να υπογράψει πάνω στη βεντάλια της, εκείνος σημείωσε τις πρώτες νότες του όμορφου γαλάζιου Δούναβη, προσθέτοντας από κάτω: «Δεν το συνέθεσε ο Γιοχάνες Μπραμς! Δυστυχώς!»

Ενάμιση αιώνα μετά, το βαλς που αφιερώθηκε στον Έλληνα ευεργέτη είναι πλέον ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος της Αυστρίας, ενώ με αυτό εύχονται «καλή χρονιά» στα εκατομμύρια των θεατών και τηλεθεατών της καθιερωμένης πρωτοχρονιάτικης συναυλίας τους οι μουσικοί της περίφημης Φιλαρμονικής της Βιέννης.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ:

Universität Wien (Πανεπιστήμιο Βιέννης)

©Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ