Ζει και βασιλεύει το «μαύρο» χρήμα στην οικονομία

Η μαύρη οικονομία στην Ελλάδα αυξήθηκε μέσα στην κρίση από το 25% στο 35% – 40% του ΑΕΠ. Αιτία είναι η υπερφορολόγηση, καθώς μεγάλο μέρος ιδιωτών και επιχειρήσεων πέρασε στη σκιώδη οικονομία -η οποία φυσικά δεν αντιμετωπίστηκε.

Σύμφωνα με το capital.gr, η Τράπεζα της Ελλάδας στο Working Paper “Fiscal policy with an informal Sector”,  εκτιμά ότι η έμφαση που δόθηκε κατά τα μνημονιακά χρόνια στην υπερφορολόγηση δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης/αύξησης παραοικονομίας/επιβολής νέων φόρων/απώλειας εσόδων, καθώς οι υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές συρρίκνωσαν τη φορολογική βάση.

Η μαύρη οικονομία φαίνεται να ήταν ο βασικός παράγοντας στην αποτυχία της Ελλάδας να επιτύχει την ομαλή μείωση του χρέους, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την οικονομική κρίση, επισημαίνει. Οι μεγάλες φορολογικές παρεμβάσεις δημιούργησαν έναν φαύλο κύκλο. Οι υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές απευθύνονταν σε μια συρρικνούμενη φορολογική βάση, εξηγεί.

Tο μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής και η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας θα μπορούσαν να είναι σημαντικά πιο ήπιες εάν ο ανεπίσημος τομέας περιοριζόταν (αντίθετα αυξήθηκε κατά περίπου 50%), αναφέρει η μελέτη.

Εξηγεί ότι η ύπαρξη της μαύρης οικονομίας έχει προκαλέσει καταστροφή στα φορολογικά έσοδα, συμβάλλοντας τόσο στην υπερφορολόγηση όσο και στην εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας. Αν είχε εναλλακτική επιλεγεί μία πολιτική μείωσης δαπανών τότε η μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης θα ήταν σημαντικά πιο ήπια.

Η παραοικονομία έχει συμβάλει σημαντικά σε μεγαλύτερη επιβάρυνση για όσους δραστηριοποιούνται στον επίσημο τομέα και έχει επίσης βλάψει την οικονομία γενικότερα. Φαίνεται ότι μεγάλο μέρος της αποτυχίας της ελληνικής κυβέρνησης να επιτύχει τους στόχους της για τα έσοδα μπορεί να αποδοθεί στην αδυναμία της να εξουδετερώσει τη μαύρη οικονομία, εξηγεί.

Ρηχότερη η κρίση

Η ΤτΕ μελετά τι έγινε στην Ελλάδα από το 2010 έως το 2015. Επισήμως καταγράφεται μείωση του ΑΕΠ ήταν της τάξης του 26%, επισημαίνει. Ωστόσο, αν προσμετρηθεί και η άτυπη οικονομία η ΤτΕ εκτιμά ότι η μείωση ήταν χαμηλότερη κατά περίπου ένα τρίτο (17% έναντι 26%).

Με την ανεπίσημη οικονομία η πτώση της πραγματικής παραγωγής ήταν μικρότερη επίσης. Η οικονομία υπέφερε πολύ από την κρίση, αλλά σημαντικά λιγότερο από ό, τι συνήθως μετράται, αναφέρεται.

Η ενδιάμεση έκθεση της ΤτΕ

Από την παραπάνω μελέτη έχει αντλήσει στοιχεία η αναφορά της ΤτΕ σε ειδικό παράρτημα της χθεσινής Ενδιάμεσης Έκθεσης που κατατέθηκε στη Βουλή από τον Διοικητή Γ. Στουρνάρα. Κάνει λόγο για την υπερφορολόγηση που έφερε 13,5 δις ευρώ επιπλέον απώλειες λόγω της φοροδιαφυγής και της μαύρης οικονομίας.

Η ΤτΕ χθες ανακοίνωσε ότι με κάθε αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 1% του ΑΕΠ, μειώνεται το ΑΕΠ κατά 2,8% όταν υπάρχει παραοικονομία και κατά 1,5% όταν δεν υπάρχει παραοικονομία. Η μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ στην πρώτη περίπτωση οφείλεται στο γεγονός ότι η αύξηση της φορολογίας δημιουργεί κίνητρα για μεταφορά παραγωγικών πόρων από την επίσημη οικονομία προς την παραοικονομία.

Όπως εξηγεί η ΤτΕ στην Ενδιάμεση Έκθεση είναι πολύ μεγάλες οι “παρενέργειες” στην οικονομία από τις αυξήσεις φόρων λόγω της φοροδιαφυγής η οποία εκτιμά ότι αυξήθηκε. Και καθώς υπολογίζει ότι όταν περικόπτονται δαπάνες είναι πολύ μικρότερες οι ανάλογες απώλειες στο ΑΕΠ ζητά αλλαγή του μείγματος πολιτικής (από τους φόρους στις περικοπές δαπανών), καθώς και μέτρα άμεσης πάταξης της φοροδιαφυγής.

Μάλιστα υπολογίζει ότι ήδη οι συνέπειες είναι πολύ μεγάλες από την πολιτική που ακολουθήθηκε όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή την έμφαση στους φόρους που φέρουν μεγάλες απώλειες στο ΑΕΠ σε καθεστώς υψηλής φοροδιαφυγής και έτσι δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και ανάγκης για νέα μέτρα: υπολογίζει στα 13,5 δισ. ευρώ (7% του ΑΕΠ) την απώλεια ΑΕΠ λόγω φοροδιαφυγής και έμφασης στην πολιτική λήψης εισπρακτικών μέτρων αντί να περικοπούν δαπάνες την περίοδο 2020-2015. Μία απώλεια η οποία προφανώς συνεχίζεται αφού εκτιμά ότι η φοροδιαφυγή αυξάνεται.

Νέα πιστοληπτική γραμμή

Στην χθεσινή έκθεση της ΤτΕ καταγράφεται ξεκάθαρα και η πρόταση για νέα πιστοληπτική γραμμή μετά το 3ο πρόγραμμα (που λήγει τον Αύγουστο του 2018) μία πρόταση που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της κυβέρνησης η οποία επιμένει στην “καθαρή έξοδο”. Σημειώνεται ότι προ ημερών ο Μάριο Ντράγκι είχε αναφερθεί στην πιθανότητα 4ου προγράμματος.