Χρ. Σταϊκούρας: Η ελληνική οικονομία άντεξε

«Η ελληνική οικονομία άντεξε. Το 2020, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, φαίνεται να κλείνει με ύφεση γύρω στο 8%. Η Ελλάδα έχει τη δεύτερη καλύτερη επίδοση στη συγκράτηση της ανεργίας. Τα λουκέτα ήταν περιορισμένα και με δεδομένη τη σημερινή αδυναμία κατανάλωσης, τουλάχιστον, αυξάνονται οι ιδιωτικές καταθέσεις με ό,τι σημαίνει αυτό για την κατανάλωση μετά την πανδημία».

Αυτό ανέφερε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας στο 3ο διαδικτυακό σεμινάριο που πραγματοποίησε σήμερα η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας “Future of Retail 2040».

Σύμφωνα με ανακοίνωση της συνομοσπονδίας, όπως είπε ο υπουργός «έχουν ληφθεί συνολικά μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ύψους 27 δισ. ευρώ. Τα επιπλέον μέτρα θα είναι 8,5 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας το λογαριασμό στα 11,6 δισ. ευρώ για το 2021, και συνολικά στα 35,6 δισ. ευρώ για την διετία. Διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης και του υπουργείου Οικονομικών αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού ιδιωτικού χρέους, το οποίο διογκώθηκε τα τελευταία χρόνια, με την προστασία των πιο ευάλωτων νοικοκυριών που επλήγησαν από την κρίση».

Η Έφη Αχτσιόγλου, βουλευτής Επικρατείας, τομεάρχης Οικονομικών ΣΥΡΙΖΑ τόνισε: «Όσο δεν αντιμετωπίζεται η νέα γενιά χρέους που γεννήθηκε στην πανδημία θα περιορίζει την κατανάλωση και τις επενδύσεις, θα έχει ραγδαίες συνέπειες στην απασχόληση και στα δημόσια έσοδα, θα επισείει κίνδυνο γενικευμένων πτωχεύσεων, ιδίως για πολίτες μικρών και μεσαίων εισοδημάτων. Για οφειλές προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία προτείνουμε πλήρη διαγραφή τόκων και κούρεμα βασικής οφειλής κλιμακωτά, ανάλογα με τα ποσοστά απώλειας εισοδήματος. Για τις οφειλές τουλάχιστον προς τη ΔΕΗ, ένα σχήμα το λιγότερο 24 δόσεων. Για τις επιταγές χρειάζεται ένα ταμείο επανεκκίνησης, ώστε την επομένη της άρσης του λοκ-ντάουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να επανεκκινήσουν τη λειτουργία τους. Εφάπαξ ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρηματιών για τις δαπάνες διαβίωσης των οικογενειών τους».

Ο Μιχάλης Κατρίνης, τομεάρχης Ανάπτυξης και Επενδύσεων Κινήματος Αλλαγής δήλωσε: «Οι αναστολές δανείων συγκράτησαν λίγο το πρόβλημα, ωστόσο σήμερα πάνω από το 90% των αναστολών δανείων έχει λήξει. Το μεγαλύτερο μέρος των τραπεζικών δανείων που δόθηκαν ήταν σε μεγάλες επιχειρήσεις και με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Ακόμα και στα προγράμματα της Αναπτυξιακής Τράπεζας πρόσβαση σε δάνεια έχουν μόνο 30.000 επιχειρήσεις, δηλαδή μόλις το 4% των επιχειρηματικών κωδικών. Το 70% των ποσών ενίσχυσης μέσω της Επιστρεπτέας Προκαταβολής το 2021 πρέπει να είναι μη επιστρεπτέο. Χρειάζεται ένα ειδικό τραπεζικό εργαλείο που θα δίνει λύση στο πρόβλημα των ακάλυπτων επιταγών. Να ισχύσει ρύθμιση 120 δόσεων για το σύνολο των οφειλών με 30% κούρεμα για εφάπαξ πληρωμή».

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Γιώργος Καρανίκας τόνισε: «Θέλουμε να μεταφέρουμε την αγωνία, ακόμα και την απόγνωση των συναδέλφων μας σχετικά με το ιδιωτικό χρέος. Είναι ανάγκη να βρεθούν λύσεις οι οποίες θα πρέπει απαραιτήτως να λαμβάνουν υπόψη τους τη βιωσιμότητα της επιχειρηματικότητας την επόμενη ημέρα. Οι μικρομεσαίες έχουν δεχθεί ιδιαίτερα έντονες πιέσεις. Ακόμα και υγιείς επιχειρήσεις, οι οποίες άντεξαν τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης από το 2008, καλούνται σήμερα να προσαρμοστούν σε ένα εξαιρετικά δυσμενές οικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον, το οποίο, ενδεχομένως, να θέσει σε αμφισβήτηση τη βιωσιμότητά τους και να τις μετατρέψει σε μη βιώσιμες. Το μεγάλο πρόβλημα στο εμπόριο είναι οι μεταχρονολογημένες επιταγές και η διαχείρισή τους την επόμενη μέρα. Επιπλέον είναι ανάγκη να θεσπιστεί ο ακατάσχετος επιχειρηματικός λογαριασμός, ο οποίος θα αποτελέσει ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο».

Στην ενότητα «Ιδιωτικό χρέος και μικρές επιχειρήσεις» ο Γιώργος Πιτσιλής, διοικητής ΑΑΔΕ υπογράμμισε: «Οι κλάδοι που δέχθηκαν τις ισχυρότερες πιέσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας είναι όσοι προϋποθέτουν την ανθρώπινη επαφή και εξυπηρέτηση (τουρισμός, εμπόριο κ.ά.). Στα σχέδια της ΑΑΔΕ είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας χαρακτηρισμού του χρέους που μπορεί να εισπραχθεί με ρεαλισμό και τόλμη. Όταν λήξει η πανδημία και ανακάμψει η οικονομία η ΑΑΔΕ θα πρέπει να είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στο νέο της ρόλο και τότε θα μπορεί να γίνει πληρέστερη αξιολόγηση της κατάστασης και να προταθούν τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους».

Ο Αιμίλιος Αυγουλέας, καθηγητής και Chair Of International Banking Law and Finance σημείωσε: «Η κρίση υγείας είναι συστημική και αφορά όλες τις οικονομίες της Ευρώπης και του κόσμου. Οι λύσεις που μπορεί να προταθούν για τη διευθέτηση του ιδιωτικού χρέους δύνανται να εστιάσουν α) στη φορολόγηση του πλεονάσματος του κύκλου εργασιών όσων επιχειρήσεων σημείωσαν αύξηση του τζίρου τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και β) στην αξιοποίηση των πόρων του ταμείου Ανάκαμψης για τη δημιουργία ενός κεφαλαίου “factoring” (προεξόφλησης), με κριτήρια ωστόσο που θα εγγυώνται τον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων (πχ χρήση κοινής ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας)».

Ο Πάνος Λιαργκόβας, καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και πρόεδρος ΚΕΠΕ τόνισε: «Το τοπίο μετά την πανδημία θα μοιάζει με τοπίο μετά από πόλεμο. Το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους θα γίνει οξύτερο μετά τη λήξη αναστολής των πληρωμών. Ωστόσο, η Ελλάδα αυτή τη φορά δεν είναι μόνη. Την επόμενη ημέρα τράπεζες και επενδυτές διεθνώς θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν οικονομίες και επιχειρήσεις με πολύ υψηλότερο χρέος, Απαραίτητη προϋπόθεση θεωρείται η κατάρτιση αξιόπιστου Σχεδίου το οποίο θα εγγυάται την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, την υιοθέτηση καινοτόμων μεθόδων παραγωγής και την προστασία των εργαζομένων».

Ο Νίκος Καραμούζης, πρόεδρος Grant Thornton Greece δήλωσε: «Η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης είναι σίγουρα θετικό βήμα αλλά είναι απαραίτητο να συνοδευτεί και από προσλήψεις στις επιχειρήσεις. Η διέξοδος στο ιδιωτικό χρέος θα πρέπει να αναζητηθεί στην επιτάχυνση της εξυγίανσης των επιχειρήσεων μέσω τραπεζών, στην υιοθέτηση μιας πιο γενναίας αντιμετώπισης των ανεπίδεκτων χρεών, στη συμμετοχή του δημοσίου στην εξυγίανση επιχειρήσεων και νοικοκυριών, στην εξασφάλιση της συνεργασίας των οφειλετών υπό το νέο νομικό πλαίσιο αλλά και στην επίτευξη υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης (>3%)».

Η Βάλια Αρανίτου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης κα8 διευθύντρια ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ ανέφερε: «Η πανδημία αναμένεται να οξύνει τον κίνδυνο του χρέους τόσο για τις επιχειρήσεις, κυρίως τις ΜμΕ, όσο και για τα νοικοκυριά και επομένως να λειτουργήσει ως επιταχυντής ενός νέου κύκλου οικονομικής ύφεσης επηρεάζοντας αρνητικά τις προοπτικές μιας βιώσιμης εξόδου από την πανδημική κρίση. Στην Ελλάδα το ιδιωτικό χρέος (ήτοι ληξιπρόθεσμες οφειλές σε ΑΑΔΕ, ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα και ασφαλιστικά ταμεία) ανέρχεται περίπου στα 234 δισ. ευρώ, δηλ. το 127,5% του ΑΕΠ».

©Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ