Αναλύουμε τη χαμηλή αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα σύμφωνα με τη Eurostat και τις κυβερνητικές δηλώσεις. Η οικονομία είναι συνυφασμένη με την ψυχολογία και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες να ενισχύσει το ηθικό των νοικοκυριών με ένα αφήγημα που περιλαμβάνει στοιχεία εικονικής ευημερίας και υποσχέσεις για εισοδηματική βελτίωση. Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία παραμένουν αμείλικτα, όπως η αγοραστική δύναμη, και οι εν λόγω προσπάθειες δεν μπορούν να κρυφτούν.
Η πενιχρή αύξηση του κατώτατου μισθού που ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό συνοδεύτηκε από στατιστικά στοιχεία για να αλλάξει η εικόνα της οικονομίας. Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η Ελλάδα βρίσκεται στην 11η θέση μεταξύ των 22 χωρών της ΕΕ που έχουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό, ενώ σε σχέση με την αγοραστική δύναμη κατατάσσεται 13η.
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι Έλληνες είναι προτελευταίοι σε αγοραστική δύναμη στην Ε.Ε., με μόνο τη Βουλγαρία να έχει χειρότερη θέση. Συγκεκριμένα, οι Έλληνες πολίτες μπορούν να αγοράσουν με τα ίδια χρήματα το 70% των προϊόντων που μπορεί ο μέσος Ευρωπαίος.
Η έκθεση αναφέρει ότι το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Ελλάδας το 2024 θα διαμορφωθεί στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ το 2008 είχε φτάσει στις 93 μονάδες. Η υποχώρηση αυτή υποδεικνύει ότι οι Έλληνες καταναλωτές έχουν υποστεί σοβαρές απώλειες στην αγοραστική τους δύναμη.
Παρά τις προοπτικές ανάπτυξης, όπως δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, το 46% των εργαζομένων αμείβεται με λιγότερα από 1.000 ευρώ, μια ένδειξη των χαμηλών μισθών που επικρατούν στη χώρα. Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει από τις καλύτερες αναπτυξιακές επιδόσεις στην Ε.Ε., αλλά αναμένονται προκλήσεις για το 2025 και το 2026. Η ανάλυση του αμερικανικού ινστιτούτου Levy προειδοποιεί για μείωση του ελληνικού ΑΕΠ και άλλες οικονομικές δυσχέρειες αν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Πηγή περιεχομένου: in.gr