O προέδρος του ΕΒΕΘ Ιωάννης Μασούτης σχολιάζει το οικονομικό βαρόμετρο της politic

Ζητήσαμε από τον πρόεδρο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης να σχολιάσει το οικονομικό βαρόμετρο της Interview που έγινε για λογαριασμό της POLITIC για τις επιχειρήσεις του Ν. Θεσσαλονίκης.

Η δημοσκόπηση κατέγραψε προβληματισμό και άγχος για την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση. To 2021 ήταν με οικονομικούς όρους μια καλύτερη χρονιά σε σχέση με το 2020, αλλά σίγουρα οι επιχειρήσεις δεν είδαν τους τζίρους του 2019. Ειδικότερα, για το 42% το 2021 έκλεισε με αύξηση τζίρου σε σχέση με το 2020 , και για το 41% η χρονιά έκλεισε με μείωση του τζίρου.

Διαβάστε το σχόλιο του κ. Ιωάννη Μασούτη:

Στο δεύτερο και κυρίως στο τρίτο τρίμηνο του 2021 η χώρα μας κατέγραψε ένα πρωτοφανή ρυθμό ανάπτυξης που ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Η αύξηση αυτή στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση και “χρηματοδοτήθηκε” από τη συσσώρευση αποταμιεύσεων κατά την περίοδο των lockdown, ενώ σημαντική ήταν και η αύξηση των εξαγωγών και των εσόδων από τον τουρισμό.

Στη δυναμική αυτή, ανασταλτικά έδρασε το κύμα ανατιμήσεων, που έφερε το άνοιγμα της παγκόσμιας οικονομίας και εκδηλώθηκε στις διεθνείς τιμές της ενέργειας, των μεταφορών και των πρώτων υλών που μετακυλίεται, σε μεγάλο βαθμό, στις τιμές των περισσοτέρων αγαθών δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας στους καταναλωτές. Το φαινόμενο αυτό όλοι πιστεύουμε και ευχόμαστε ότι σύντομα θα υποχωρήσει και θα εξομαλυνθούν οι τιμές.

Η χώρα μας επανέρχεται σε τροχιά ανάπτυξης

Για να διατηρηθεί η αναπτυξιακή ορμή βασική προϋπόθεση είναι να επαληθευθούν οι αισιόδοξες προβλέψεις ότι το 2022 θα τελειώσει η πανδημία και σ’αυτό θα συμβάλει καταλυτικά η συνέχιση του εμβολιαστικού προγράμματος.

Οι χρηματαγορές δείχνουν να εμπιστεύονται τη χώρα μας και τις ακολουθούμενες πολιτικές και να αναγνωρίζουν τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, έχει ξεκινήσει να εκδηλώνεται σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό.

Εντός των επομένων ημερών ψηφίζεται ο νέος αναπτυξιακός νόμος ο οποίος έρχεται μάλιστα στη στιγμή αυτή που όπως προανέφερα η οικονομία μας προσπαθεί να σταθεροποιήσει την αναπτυξιακή δυναμική που κατέγραψε στο 2ο εξάμηνο του 2021.

Ήδη έχει αρχίσει να υλοποιείται το σχέδιο αξιοποίησης των Ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της χώρας. Ένα μετασχηματισμό που ήταν αναγκαίος γιατί είχαμε «μείνει πίσω» λόγω της ύφεσης κατά τη μνημονιακή περίοδο.

Εδώ και χρόνια μιλάμε για τις ανάγκες που έχει η χώρα μας σε έργα υποδομής, αλλά κυρίως για ένα μετασχηματισμό της οικονομίας μας, προκειμένου αυτή να γίνει πιο ανταγωνιστική. Ζητούμε κίνητρα που θα ωθήσουν τις επιχειρήσεις σε συνεργασίες και συγχωνεύσεις προκειμένου να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους.

Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 30,5 δις αναμένεται να κινητοποιήσουν επιπρόσθετους ιδιωτικούς πόρους (για επενδύσεις) περί τα 60 δις. Εκτιμάται ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι θα δημιουργήσουν 180.000 θέσεις εργασίας έως το 2026 και θα αυξήσουν το ΑΕΠ κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις που θα υλοποιηθούν θα δημιουργήσουν μια επιπλέον αύξηση του ΑΕΠ κατά τουλάχιστον 20%.

Από πρόσφατη έρευνα του ΕΒΕΘ στα μέλη του, που διεξήχθη τον Ιανουάριο 2022, για την αποτίμηση του 2021 και τις εκτιμήσεις τους για το 2022 προέκυψαν τα εξής αποτελέσματα:

Μείωση του κύκλου εργασιών τους κατά το 2021, σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ανέφερε το 29% των επιχειρήσεων που απάντησαν, ενώ την απάντηση αυτή έδωσε το 73% των επιχειρήσεων ένα χρόνο πριν. Την ίδια στιγμή αύξηση του κύκλου εργασιών δήλωσε το 40% των επιχειρήσεων έναντι 12% το 2020.

Ως πρώτης προτεραιότητας πρόβλημα δηλώνει τη μείωση του τζίρου το 26% έναντι του 50% την προηγούμενη χρονιά και ως γενικότερο πρόβλημα το 52% έναντι του 82% πέρυσι. Την ίδια στιγμή όμως το πρόβλημα της ρευστότητας συνεχίζει να τις απασχολεί περίπου στον ίδιο βαθμό με πέρυσι, με το 17% των επιχειρήσεων που απάντησαν να το αναφέρει ως πρώτης προτεραιότητας πρόβλημα (έναντι 18% το 2021) και ως γενικότερο πρόβλημα το 52% έναντι 64% πέρυσι. Αναφορικά με την αντιμετώπισή τους από το τραπεζικό σύστημα το τελευταίο τρίμηνο το 41% δηλώνει μη ικανοποιημένο έναντι του 57% πέρυσι και ικανοποιημένο το 49% έναντι του 34% πέρυσι.

Το ποσοστό όσων βλέπουν το 2022 ως καλύτερη χρονιά για την επιχείρησή τους είναι 31% ενώ την ίδια απάντηση έδινε μόλις το 23% πέρυσι. Αντίστοιχα, το ποσοστό όσων βλέπουν το 2022 ως χειρότερη χρονιά από την προηγούμενη βρίσκεται στο 19% έναντι του 34% που έδινε τη ίδια απάντηση ένα χρόνο πριν.

Όσον αφορά στις εξαγωγικές επιδόσεις των επιχειρήσεων το 2021 θεωρήθηκε καλύτερη χρονιά από την προηγούμενη για 22% των επιχειρήσεων έναντι του 8% το 2020 και χειρότερη από το 30% των επιχειρήσεων έναντι του 50% που έδινε την ίδια απάντηση ένα χρόνο πριν.

Επιστρέφοντας στο μέτωπο της ρευστότητας μείωση κατά το επόμενο τρίμηνο προβλέπει το 41%, ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό, αν και μειωμένο σε σχέση με το 61% που έδινε την ίδια απάντηση ένα χρόνο πριν. Αύξηση των δανειακών αναγκών τους κατά το επόμενο τρίμηνο προβλέπει το 30% των επιχειρήσεων που απάντησαν, έναντι του 44% που έδιναν την ίδια απάντηση ένα χρόνο πριν. Με τους ίδιους όρους δανεισμού προβλέπει την κάλυψη αυτών των αναγκών το 39% έναντι του 23% που προβλέπει δυσμενέστερους όρους δανεισμού.

Αναφορικά με τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων στον κλάδο τους, δυσμενέστερη κατάσταση (με αύξηση των επισφαλειών, πτωχεύσεων κλπ) προβλέπει το 43% ενώ την ίδια απάντηση έδινε το 69% ένα χρόνο πριν.

Σύμφωνα με τις επιχειρήσεις που απάντησαν, η κάλυψη των δανειακών αναγκών τους από το τραπεζικό σύστημα γίνεται λίγο-πολύ με τους ίδιους όρους, καθ’ όλο το διάστημα της πανδημίας, και φαίνεται, από τις εκτιμήσεις των επιχειρήσεων να μην καλύπτει τις αυξανόμενες αυτές ανάγκες τους.

Το 41% δηλώνει ότι θα επανέλθει στην κανονικότητα το 2023 και μετά, ενώ το 44% ότι έχει ήδη επανέλθει ή θα το καταφέρει εντός του 2022.

Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί ότι το 70% ωφελήθηκε, κατά δήλωσή του, από τα μέτρα στήριξης της Κυβέρνησης. Τα νέα μέτρα που έλαβε η Κυβέρνηση για το περιορισμό της πανδημίας επηρεάζουν (αρκετά ή πολύ) αρνητικά το 52% των επιχειρήσεων και λίγο η καθόλου το 43%

Όσον αφορά στη μετακύλιση του αυξημένου κόστους ενέργειας στις τιμές πώλησης των προϊόντων ή υπηρεσιών τους, το 8% δηλώνει την πλήρη ενσωμάτωση των αυξήσεων, το 23% σε μεγάλο βαθμό, το 20% σε μικρό βαθμό και το 49% ότι δεν προέβη σε σχετική αύξηση. Τέλος, το 68% δηλώνει ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος έχει επηρεάσει αρνητικά τις πωλήσεις τους και μόλις το 32% ότι η αύξηση αυτή δεν επηρέασε τις πωλήσεις τους.

Για να προβλέψει όμως κανείς το τι θα φέρει η νέα χρονιά σε μακροοικονομικό επίπεδο, πρέπει να δει την μεγαλύτερη εικόνα.

Σε αντίθεση με τη χρονιά που φεύγει το 2022 ξεκινά με την οικονομία να είναι ανοικτή και με την κανονικότητα να έχει επανέλθει, σε μεγάλο βαθμό, στη ζωή μας και στην αγορά.

Δείτε επίσης: Δημοσκόπηση: Το οικονομικό βαρόμετρο της Interview για την POLITIC για τις επιχειρήσεις του Ν. Θεσσαλονίκης