Εξαντλήθηκε η υπομονή Αλέξη με Φώφη!

Του Γιάννη Συμεωνίδη

Μέχρι πρότινος στο Μαξίμου είχαν επιλέξει την επιχείρηση γοητείας απέναντι στο Κίνημα Αλλαγής, στα κόμματα και στα πρόσωπα τα οποία τον συναποτελούν.

Ο Αλέξης Τσίπρας, άλλωστε, είχε εκμυστηρευτεί εδώ και καιρό στους συνεργάτες του πως η αλλόκοτη κυβερνητική συνεργασία με τους ΑΝΕΛ φτάνει στην ημερομηνία λήξης της και πως θα πρέπει να αναζητηθούν πιο «ορθόδοξες» συμμαχίες όχι μόνο μετεκλογικά, αλλά και προεκλογικά.

Και η πιο «ορθόδοξη», τουλάχιστον στα χαρτιά, είναι με το Κίνημα Αλλαγής.

Γι’ αυτό και μέχρι πρόσφατα τόσο ο πρωθυπουργός όσο και κορυφαία κυβερνητικά στελέχη με άμεση επιρροή στις κεντρικές αποφάσεις ναι μεν ασκούσαν δριμεία κριτική σε πρόσωπα του παρελθόντος, όπως ο Βαγγέλης Βενιζέλος κι ο Ανδρέας Λοβέρδος, με παθολογικό μίσος για το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά άφηναν στο απυρόβλητο την Φώφη Γεννηματά.

Φαίνεται, ωστόσο, πως η υπομονή του κ. Τσίπρα εξαντλείται, ιδίως όταν βλέπει από την άλλη πλευρά πως όχι μόνο δεν υπάρχει διάθεση αυτοκριτικής για το ποιος οδήγησε στη χρεοκοπία της χώρας, αλλά ούτε και η βούληση να πέσουν οι αντιπολιτευτικοί τόνοι προς όφελος της πατρίδας, όπως τουλάχιστον το εννοεί ο ίδιος.

Γι’ αυτό κι αρχής γενομένης από την ομιλία του το Σάββατο στο προοδευτικό φόρουμ που διοργανώθηκε στην Αθήνα σε ρελάνς για το ιδρυτικό συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής ο πρωθυπουργός ύψωσε τους τόνους κυρίως απέναντι στο ΠΑΣΟΚ.

Είναι φανερό, επίσης, ότι το σκάνδαλο Novartis και οι συνεχείς αποκαλύψεις γύρω από αυτό του φιλοκυβερνητικού Τύπου θα αποτελούν από εδώ και πέρα το βασικό όπλο του Μαξίμου απέναντι στο παλιό κομματικό κατεστημένο που επιθυμεί την παλινόρθωσή του.

Από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός έχει αντιληφθεί ότι η καθαρή έξοδος από τα μνημόνια δεν θα είναι και τόσο καθαρή και πως τα τραύματα της κρίσης δεν πρόκειται να επουλωθούν άμεσα, ο πόλεμος κατά του Αντώνη Σαμαρά, του Άδωνι Γεωργιάδη, του Βαγγέλη Βενιζέλου, του Γιάννη Στουρνάρα κι άλλων «αστέρων» του παλιού κομματικού συστήματος θα κλιμακωθεί, αφού ο κ. Τσίπρας εξακολουθεί να θεωρεί πως τόσο ο ίδιος όσο και η κυβέρνησή του διατηρούν το ηθικό πλεονέκτημα έναντι της αντιπολίτευσης.