INTIME

Πώς βλέπει τη μεταμνημονιακή Ελλάδα ο Τσίπρας

Του Γιάννη Συμεωνίδη

Στην κυβέρνηση ευελπιστούν πως εφόσον, τη δεδομένη χρονική στιγμή τουλάχιστον, δεν προκύπτουν δημοσιονομικά θέματα, αλλά αντιθέτως οι στόχοι επιτυγχάνονται με υπεραποδόσεις, δεν θα υπάρξει κάποιο θέμα για την έγκαιρη ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως, όπως σε κάθε διαπραγμάτευση μέχρι σήμερα άλλωστε, δεν υπάρχουν σημεία τα οποία μπορεί να δημιουργήσουν μικρές τεχνικές δυσκολίες.

Εκτιμούν, όμως, πως με τα 88 προαπαιτούμενα της τέταρτης αξιολόγησης δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα.

Ταυτοχρόνως, μέχρι τις 27 Απριλίου η κυβέρνηση θα πρέπει να παρουσιάσει το στρατηγικό της σχέδιο ανάπτυξης, το οποίο ήδη διαμορφώνεται σε πολύ γρήγορους ρυθμούς και θα καταγράψει τους βασικούς άξονες για τη χρονική περίοδο μετά από τον Αύγουστο και το τυπικό τέλος του τρίτου προγράμματος με βάση τις επιθυμίες του Αλέξη Τσίπρα.

Την ίδια ώρα, προχωρά και η διαπραγμάτευση η οποία αφορά τη ρύθμιση του ελληνικού δημόσιου χρέους κι αυτή που σχετίζεται με το θεσμικό πλαίσιο της εποπτείας μετά από τον Αύγουστο.

Αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου

Bασική ιδέα η οποία διατρέχει το αναπτυξιακό πρόγραμμα είναι πως πρέπει να υπάρξουν προτεραιότητες στην επενδυτική πολιτική, να αλλάξει δηλαδή το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, που θα έχει στόχο να αναβαθμίσει την θέση της χώρας μας στο διεθνή καταμερισμό μέσω της καινοτομίας, των νέων τεχνολογιών και της ενίσχυσης της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και με κεντρική αναφορά στις δυνάμεις της εργασίας και τη μισθολογική και διαπραγματευτική τους υποστήριξη.

Κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν πως στην περίπτωση που επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα πρόκειται για τομή στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, αφού το αναπτυξιακό τους σχέδιο θα κινείται σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που έχει υιοθετηθεί στην ΕΕ.

Γι’ αυτό κι αυτή η στρατηγική είναι ίσως η μόνη που μπορεί να περιορίσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της ΕΕ και της Ευρωζώνης και τις πολιτικές δυνάμεις που προπαγανδίζουν τις εθνικές αναδιπλώσεις για την προστασία των κατώτερων στρωμάτων και πυροδοτούν εθνικιστικές εξάρσεις, θέτοντας σε αμφισβήτηση ακόμα και το ίδιο το ευρωπαϊκό σχέδιο.