Οι επενδύσεις στο ποδόσφαιρο εν καιρώ Covid-19

Κι όμως…η πανδημία του κορονοϊού, φαίνεται ότι δεν αποθαρρύνει τους υποψήφιους επενδυτές ποδοσφαιρικών συλλόγων.
Αλλάζει όμως τις προτεραιόητες και τις στοχεύσεις τους, μετατοπίζοντας το…πεδίο δράσης τους σε άλλες αγορές. Περνώντας από τους συλλόγους πρώτης γραμμής των κορυφαίων πρωταθλημάτων, σε ομάδες χαμηλότερης κατηγορίας με δυνατότητα ανόδου, σε συλλόγους σε λιγότερο προνομιούχα πρωταθλήματα αλλά με τη δυνατότητα να  αγωνιστούν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Όπως διαπιστώνει η τελευταία μελέτη της συμβουλευτικής εταιρείας KPMG, «το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο έχει γίνει όλο και πιο ελκυστικός επενδυτικός στόχος τις τελευταίες δεκαετίες, λόγω του συνολικού μετασχηματισμού της βιομηχανίας τα τελευταία 30 χρόνια».
Το πρωταρχικό κίνητρο και η στρατηγική των επενδυτών, από γνωστούς επιχειρηματίες έως ξένους δισεκατομμυριούχους, από εταιρείες ιδιωτικών μετοχών έως ομίλους, είναι βεβαίως το κέρδος, ενώ ακολουθούν η επέκταση της αγοράς και γεωπολιτική τοποθέτηση.
Σίγουρα, όπως σημειώνει η έκθεση, «η μετατροπή ποδοσφαιρικών συλλόγων από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς σε κερδοσκοπικές  εταιρείες με παγκόσμια εμβέλεια ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν μια έκρηξη στις συνδρομές της τηλεόρασης ενέπνευσε τους συλλόγους και τα πρωταθλήματα να χτίσουν νέα επιχειρηματικά μοντέλα και εξελίχθηκαν τα τελευταία χρόνια, όταν ο ψηφιακός μετασχηματισμός έδωσε μια τελική ώθηση στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο καθώς γίνεται μια πραγματική βιομηχανία ψυχαγωγίας.»
Αυτός ακριβώς ο μετασχηματισμός έχει καταστήσει την βιομηχανία του ποδοσφαίρου ολοένα και πιο ελκυστική από οικονομική άποψη για τους υποψήφιους επενδυτές.
Σύμφωνα με την UEFA, η ευρωπαϊκή αγορά ποδοσφαίρου αυξήθηκε από 13 δισεκατομμύρια ευρώ το 2010 σε 21 δισεκατομμύρια ευρώ το 2018 σε λειτουργικά έσοδα, που ισοδυναμεί με αύξηση 65%.
Παρόλο που ο συνολικός αντίκτυπος της πανδημίας του κοροναϊού στο ποδοσφαιρικό οικοσύστημα ήταν καταστροφικός, οι επενδύσεις σε συλλόγους παρέμεινε ενεργή, αν και σε χαμηλότερο επίπεδο, υποδηλώνοντας μακροπρόθεσμα ενδιαφέροντα επενδυτών στο ποδόσφαιρο.
Ενώ υπήρχαν 45 αξιοσημείωτες συναλλαγές επενδύσεων  σε συλλόγους στην Ευρώπη το 2019, λιγότερες από 20 σημαντικές συμφωνίες έχουν ολοκληρωθεί φέτος μέχρι σήμερα.
Οι πρωταρχικοί επενδυτικοί στόχοι, οι σύλλογοι στα κορυφαία πρωταθλήματα έχουν γίνει σχεδόν απρόσιτοι, με συνέπεια οι επενδυτές  να έχουν αρχίσει να εστιάζουν την προσοχή τους σε δευτερεύοντες στόχους,  σε ομάδες χαμηλότερης κατηγορίας με δυνατότητα  ανόδου, σε  συλλόγους σε λιγότερο προνομιούχα πρωταθλήματα αλλά με τη δυνατότητα να  αγωνιστούν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Οι δύο κορυφαίες κατηγορίες της Αγγλίας κατέγραψαν πέντε συμφωνίες το 2019, ενώ μόνο δύο έχουν αναφερθεί έως το 2020 μέχρι στιγμής.
Ομοίως, στην Ισπανία, η εξαγορά 35% της Τζιρόνα, ομάδα δεύτερης κατηγορίας, ήταν η μόνη συναλλαγή φέτος, σε αντίθεση με πέντε συμφωνίες που ολοκληρώθηκαν εκεί το 2019.
Ωστόσο, η Γαλλία κατέγραψε πέντε συμφωνίες φέτος, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούσαν το εξαγορά των μεριδίων ομάδων κατώτερης κατηγορίας, ενώ στην Ιταλία, οι, Ρόμα, Πάρμα και Βενέτσια, άλλαξαν τους ιδιοκτήτες πλειοψηφίας παρά την αβεβαιότητα που προκλήθηκε από την πανδημία του κοροναϊού.
Όπως διασπιστώνεται, η πανδημία Covid-19 δημιούργησε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που
μπορεί ακόμη και να ενθαρρύνουν τους επενδυτές που αναζητούν ευκαιρίες εν
αναμονή της επιστροφής του ποδοσφαίρου στην κανονικότητα. «Το κόστος των
ποδοσφαιρικών συλλόγων αυξήθηκε σε σχέση με τα έσοδά τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς όλα τα εισοδήματά τους επηρεάστηκαν σοβαρά από την απουσία εισπράξεων  από εισιτήρια για το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν και από τα τηλεοπτικά δικαιώματα και εμπορικές συμφωνίες που αμφισβητήθηκαν. Κατά συνέπεια, πολλοί σύλλογοι υπέστησανσημαντική πτώση στην αγοραία αξία τους, καθιστώντας τους έναν πιθανό επενδυτικό στόχο. 
 Εκτός από την ευκαιρία να αγοράσουν ένα σύλλογο σε χαμηλότερη τιμή, οι επενδυτές θα μπορούσαν να έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν παίκτες με…έκπτωση, καθώς ορισμένοι σύλλογοι ενδέχεται να αναγκαστούν να πουλήσουν παίκτες για να καλύψουν τα οικονομικά τους », σχολιάζει ο επικεφαλής  της KPMG, Αντρέα Σαρτόρι.
 Η Ευρώπη υπήρξε μια δημοφιλής αγορά τα τελευταία χρόνια για τις κινεζικές και αμερικανικές εταιρείες που συνδέονται με τον αθλητισμό.
 Σύμφωνας με την KPMG, «η επιρροή των ΗΠΑ μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω, μετά από μια συστηματική υποχώρηση των Κινέζων επενδυτών λόγω της πανδημίας και των επιδεινωμένων διεθνών σχέσεων».
 Οι Αμερικανοί επενδυτές έχουν ήδη κάνει μεγάλα βήματα στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, κατέχουν το 1/5  των 60 ομάδων που παίζουν στην κορυφαία κατηγορία της Αγγλίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας.
 Από τα τέλη του αιώνα, το πρώτο κύμα αμερικανικών επενδύσεων αφορούσε μεγάλους συλλόγους στις ΗΠΑ αλλά και αγγλικές ομάδες.
 Η αγγλική Premier League ήταν η πιο ελκυστική επένδυση για τους επενδυτές καθώς τα έσοδα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα είναι τεράστια σε σύγκριση με άλλα πρωταθλήματα.
Η Ιταλία προσπαθεί την  ίδρυση μιας νέας εταιρείας που θα διαχειρίζεται τα τηλεοπτικά και εμπορικά δικαιώματα της Serie A, με όραμα να αυξήσει τα συνολικά έσοδα και την έκθεσή του πρωταθλήματος σε παγκόσμιο επίπεδο.
 Ωστόσο  είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο αντίκτυπος της πανδημίας έχει καθυστερήσει την ανάπτυξη.
 Τον Ιούνιο, η Bundesliga πούλησε τα εγχώρια τηλεοπτικά της δικαιώματα έναντι 5 τοις εκατό λιγότερο από την προηγούμενη συμφωνία της, ενώ η εταιρεία μετάδοσης της Ligue 1, Mediapro ανακάλεσε την πληρωμή 172 εκατομμυρίων ευρώ τον Οκτώβριο.
 Ένα άλλο βασικό κίνητρο για τους Αμερικανούς επενδυτές είναι το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο προσφέρει συχνά καλύτερους όρους από το να επενδύσουν σε μεγάλα αμερικανικά αθλήματα , ακόμη και χωρίς να ληφθεί υπόψη η τρέχουσα συνολική υποτίμηση των ποδοσφαιρικών συλλόγων λόγω της πανδημίας.
 Για παράδειγμα, ένα μερίδιο 10% στην ομάδα του MLS Λος Άντζελες FC αγοράστηκε από πολλούς μικρούς επενδυτές για 70 εκατομμύρια δολάρια τον Μάρτιο, εκτιμώντας την ομάδα στα 700 εκατομμύρια δολάρια.
 Ομοίως, η Γιούτα Τζαζ του ΝΒΑ, πωλήθηκε για 1,66 δισεκατομμύρια δολάρια τον Οκτώβριο.
Από την άλλη πλευρά, η Νιούκαστλ, μία ιστορική ομάδα  με πρόσβαση σε προσοδοφόρα έσοδα της Premier League διατίθεται στην αγορά για 300 εκατομμύρια λίρες, σύμφωνα με δημοσιεύματα των ΜΜΕ.
 Έτσι αναζητώντας μεγαλύτερο έλεγχο ιδιοκτησίας και υψηλότερες αποδόσεις από επενδύσεις, πολλοί Αμερικάνοι επενδυτές θεωρούν ότι η απόκτηση ενός ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού συλλόγου ταιριάζει καλύτερα στις επενδυτικές τους στρατηγικές.
 Πέρυσι, ο αμερικανικός γίγαντας Silver Lake , απέκτησε 10% μερίδιο στο City Football Group (CFG), ιδιοκτήτρια της Μάντσεστερ Σίτι και άλλων εννέα ποδοσφαιρικών συλλόγων παγκοσμίως.
Έτσι κι αλλιώς σύμφωνα με τον Σόου Κιλ, επικεφαλής της αθλητικής βιομηχανίας στην KPMG στις ΗΠΑ, οι Αμερικανοί επενδυτές βλέπουν περισσότερο από ποτέ το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο ως αγορά με μακροπρόθεσμες ευκαιρίες δημιουργίας κερδών. Και σχεδιάζουν την…αποβίβασή τους…

 A. Bαζογιάννης

©Πηγή: amna.gr