Οι επιθέσεις του Προέδρου Τραμπ κατά της παγκοσμιοποίησης και του ελεύθερου εμπορίου μπορεί να κερδίζουν πολιτικά χειροκροτήματα, ιδιαίτερα από ένα κοινό που αισθάνεται αποκλεισμένο, όμως στοχεύουν σε λάθος εχθρό. Δεν είναι οι «ξένες» οικονομίες ούτε οι κακοί ανταγωνιστές που εκμεταλλεύτηκαν τις ανοικτές αγορές. Οι πρωταθλητές της παγκοσμιοποίησης είναι οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες με τις αμερικανικές εταιρείες να αποτελούν τους αδιαμφισβήτητους νικητές της παγκοσμιοποίησης.
Οι εταιρείες του δείκτη S&P 500 αντλούν κατά μέσο όρο το 41% των εσόδων τους από αγορές εκτός ΗΠΑ. Το 2023, η Apple ανακοίνωσε καθαρά κέρδη σχεδόν $ 100 δισ., με το 60% των εσόδων της να προέρχεται από διεθνείς πωλήσεις. Αντίστοιχα, η Microsoft, η Alphabet και η Pfizer σημείωσαν ιστορικά υψηλές επιδόσεις. Είναι πλέον σαφές: η παγκοσμιοποίηση ήταν -και παραμένει- κινητήριος δύναμη για τα κέρδη της αμερικανικής επιχειρηματικότητας.
Ωστόσο, ο πλούτος που παράγεται δεν φτάνει στην κοινωνία. Το 2022, οι εταιρείες του S&P 500 δαπάνησαν πάνω από $ 922 δισ. σε επαναγορές μετοχών. Ωφελημένοι; Ένα στενό κλαμπ θεσμικών επενδυτών και το κορυφαίο 1% του πληθυσμού, που σήμερα ελέγχει σχεδόν το 50% του παγκόσμιου πλούτου. Αντίθετα, οι μισθοί των εργαζομένων μένουν στάσιμοι και οι καταθέσεις τους διαβρώνονται από τον πληθωρισμό. Η κοινωνική ανισότητα εντείνεται. Ο δείκτης Gini των ΗΠΑ -μέτρο ανισοκατανομής εισοδήματος- αγγίζει το 46, από τους υψηλότερους στις αναπτυγμένες οικονομίες.
Είναι σαφές ότι η προσέγγιση του «trickle-down economics» απέτυχε. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αν και αντιπροσωπεύουν το 99% των επιχειρήσεων και το 50% της απασχόλησης, παραμένουν αποκλεισμένες από την καρδιά της οικονομικής δραστηριότητας. Η απάντηση όμως δεν είναι ο προστατευτισμός. Οι δασμοί αυξάνουν το κόστος, αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητα και μετακυλίονται στους καταναλωτές.
Αντί να στοχοποιούμε το διεθνές εμπόριο, ας εφεύρουμε ένα νέο πλαίσιο αμοιβαιότητας – ένα σύστημα που κατανέμει δίκαια τόσο τα οφέλη όσο και τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής εργασίας μας φέρνει μπροστά σε νέες προκλήσεις και ευθύνες.
Ο Πρόεδρος Τραμπ δεν χρειάζεται να χτίσει νέα τείχη. Χρειάζεται να αναρωτηθεί: πού ρέει ο πλούτος; Και -κυρίως- πού σταματά;
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ